Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ * ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ "ΣΛΑ ΜΑΧΑΛΑ"

30 Μαρ 2016

Ο ΤΣΙΓΓΑΝΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΠΟΥ ΕΠΑΙΖΕ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ!


Σε κάθε χώρα, έτσι όπως πάει να τις τυποποιήσει όλες ο τουρισμός, σκαρώνοντας μερικά, αντιπροσωπευτικά τάχα, έθιμα, ήθη, θεάματα, αντικείμενα, ό,τι φέρει η τύχη και το επιχειρηματικό πνεύμα, και βγαίνουν στην πλατειά κατανάλωση, για τον ξένο επισκέπτη, το συλλέκτη των εντυπώσεων. Τροφοδοτούν, όλα μαζί, την ανίατη φιλολογία, μάστιγα και οίστρο της ξέβαθης ψυχής. Από τότε μάλιστα που η ξέβαθη ψυχή έγινε και περιφερόμενη, η φιλολογία πέρσεψε. Όπως η Αθήνα έχει τις ταβέρνες της που δεν είναι πια ταβέρνες, έχει και η Βουδαπέστη τα κέντρα της με τους τσιγγάνους. Μόνο που η Βουδαπέστη τα είχε και πριν από τον αδηφάγο τουρισμό.

Αυτά τα «τσιγγάνικα βιολιά» που έθρεψαν την ελαφρή φιλολογία του περασμένου αιώνα και των αρχών του τωρινού, ας μην ανησυχήσει ο θαυμαστής της κάθε λογής οπερέττας: δεν έχουν εκλείψει, υπάρχουν, και είναι πολλές φορές αξιολογότατα. Με μια διαφορά, που, αυτήν, την ανεκάλυψα κατά τύχη: Αν βρεθείτε στη Βουδαπέστη, μην πάτε να καθήσετε στα κέντρα πολυτελείας – ή τουλάχιστον σ’ αυτά που επέχουν θέση κέντρων πολυτελείας σ’ ένα σοσιαλιστικό καθεστώς. Εκεί, τα βιολιά είναι εκφυλισμένα. Μελιστάλαχτα, ξελιγωμένα, με στολές κοκκινόχρυσες, γαλονάτες, ή με το κλασσικό φράκο του βεστιάριου, παίζουν για τον πελάτη, για την πελάτισσα που καλείται να ρεμβάσει επί παραγγελία, για το χέρι που θα γλιστρήσει μέσα στην τσέπη του αρχιβιολιστή ν’ αφήσει το χαρτονόμισμα.
Όχι! Τρυπώστε σε κανένα λαϊκό μαγαζί, αν σταθείτε αρκετά τυχερός να βρεθεί μπροστά σας το κατάλληλο. Εκεί, ούτε διεθνείς σκοποί της τζαζ, που νοθεύουν το ρεπερτόριο, ούτε γλυκασμοί, ούτε κομψεπίκομψες πόζες του βιολιστή. Εκεί, ο τσιγγάνος παίζει για τον εαυτό του. Έτσι, σας παίρνει κι εσάς μαζί του, λαθρεπιβάτη, πράγμα που είναι, ως γνωστό, το μόνο μέσο να ταξιδέψετε με το καράβι της Τέχνης.
Ορίστε, απόψε, τούτη τη βραδιά. Το εστιατόριο είναι άχρωμο, άδοξο, μάλλον κακόγουστο, ελάχιστοι πελάτες στα τραπεζάκια του με τα μαραμένα τραπεζομάντηλα. Μεταξύ τους καμιά επικοινωνία, ούτε η συμβατική εκείνη των «καλών» κέντρων, όπου ο καθένας πάει για να ιδεί και να τον ιδούν. Κάτι φτωχοτύποι, περαστικοί ή της γειτονιάς, κλειδαμπαρωμένοι στον εαυτό του ο καθένας, στις έγνοιες τους, δύο κοριτσόπουλα της ντουζίνας που, τρώγοντας, ανταλλάζουν με πάθος τα μυστικά τους, ένα ναυάγιο ανθρώπου στην άλλη – εκεί γωνιά, βυθισμένο στην αναπόληση μιας ζωής βουλιαγμένης, μια πρώην γυναίκα που καταβροχθίζει μαζί με τη σούπα της και τ’ αναλιγωμένα φτιασίδια της. Τίποτα δεν προμηνάει τίποτα. Να φας και να του δίνεις.
Αλλά το εστιατόριο έχει κι ορχήστρα, και η ορχήστρα συγκεντρώνεται, ετοιμάζεται. Τι να γίνει! Θα την υποστούμε. Έχει περίπου την κλασική σύνθεση του τσιγγάνικου συγκροτήματος: βιολί, βιολοντσέλλο, κοντραμπάσο, τσίμπαλο (κάτι σαν το δικό μας σαντούρι). Μονάχα το κλαρίνο λείπει. Καλλίτερα! Υπάρχει όμως και τραγουδιστής. Χειρότερα. Χοντρός, ψηλός, γεροντομπασμένος, πανευτυχής, πιάνει να τραγουδάει στο μικρόφωνο με φωνή που θα ήταν ωραία αν τα μέσα του πολιτισμού δεν την έκαναν να βροντάει σαν τις μυθικές σάλπιγγες που γκρέμισαν τα τείχη της Ιεριχώς. Υπομονή: κακή στιγμή είναι, θα περάσει.
Και περνάει. Ο τραγουδιστής αποσύρεται, ο λόγος περιέρχεται τώρα στα όργανα. Προσέχω πως αυτοί – εδώ είναι πραγματικοί τσιγγάνοι, ιδίως ο τσιμπαλίστας. Το πρόσωπό του το έχει αρπάξει η καπνιά από τις φλόγες της Κόλασης σε κάποια από τις προαιώνιες περιπλανήσεις της φυλής του. Σύμφωνα όμως με τα καθιερωμένα, αρχιμουσικός είναι ο όρθιος μπροστά – μπροστά βιολιστής. Έχει φυσιογνωμικά, τον τύπο του προαγωγού, το πονηρό θολό μάτι που υπόσχεται, το ψαλιδισμένο μουστακάκι πάνω από το διφορούμενα χαμογελαστό στόμα με τα στενά χείλη, την ηλικία και την κόψη του συνοικιακού εραστή. Αλλά προσέχω μια περίεργη περηφάνεια: δεν μας ρίχνει, σ’ όλους γύρω τους πελάτες, ούτε μια ματιά˙ δεν επαιτεί τίποτα, μήτε καν την επιδοκιμασία μας. Με το βιολί του δαγκωμένο ανάμεσα σε μάγουλο και ώμο, σέρνοντας άνετα το δοξάρι, έχει στήσει διάλογο απρόφερτο μ’ ένα και μόνο πρόσωπο: ένα πενηντάρη καθισμένον˙ κοντά στην ορχήστρα, συντροφιά με κάποιον βουβό φίλο του. Είναι ένας από τους παλαιούς εκείνους ουγγαρέζικους τύπους του κάμπου, με το κατσαρό λεβέντικο μουστάκι, το μπουκλωτό μαλλί. Τον φαντάζεσαι σε παλιότερους καιρούς, γαιοκτήμονα ή και διαχειριστή αγροκτημάτων, μπότα σφιχτή στη γάμπα, μαστίγιο στο χέρι, να βιτσίζει γύρω ανέμελα. Και, περνώντας, ν’ αναποδογυρίζει πίσω από τις θημωνιές τα θηλυκά με τη φαρδιά σουρωτή φούστα.
Οι δυο άντρες κοιτάζονται στα μάτια. Ο βιολιστής παίζει, θυμίζει, ο άλλος ακούει, θυμάται. Πίνει και θυμάται. Κάπου πέντε αδειανές μποτίλιες μπύρα έχουν κιόλας αραδιαστεί στο τραπέζι του. Τις πίνει ξεροσφύρι, μαζί με τον άλλον δίπλα, και δε βγάζουν μιλιά.
Ξάφνου, αδόκητα, κάνει την είσοδό της η ντίβα της βραδιάς. Είναι με συντροφιά, τρεις μαζί, μπήκανε από τη τζαμόπορτα του δρόμου. Τσουλάκι πεταχτό, γύρω στα εικοσιπέντε του, μικροκαμωμένο, λιανό, ανάλαφρο, έχει μαλλί πυργωτό, πυροκόκκινο, που στρουφίζει ανηφορίζοντας σα φλόγα, μάτια πελώρια, καστανόμαυρα, που είναι σα να τη τρώνε το πρόσωπο με τις φλόγες τους, μάτια σα πληγές μεγάλα. Με τινάγματα, τσακίσματα πουλιού, κάθεται στο τραπέζι, ακουμπάει πάνω τα δυο της γυμνά ως τους ώμους μπράτσα. Οι ματιές της, ανήσυχες, χαμογελαστές, αλλά και σαν τρομαγμένες, πεταρίζουν γύρω στη σάλα, καρφώνονται ύστερα στην ορχήστρα. Η ορχήστρα, σύσσωμη, υποκλίνεται. Από τη στιγμή εκείνη, τα πάντα έχουν αποκτήσει εδώ – μέσα επίκεντρο. Στο λιανό χεράκι τα δάχτυλα, διχάλα, κρατάνε το τσιγάρο που ανάφτηκε μάνι – μάνι. Η ντίβα είναι θεριακλού.
Οι άλλοι δύο που την πλαισίωναν ήταν ένα άνοστο κορίτσι, ένα εξουθένωμα εκεί με άσπρο καπέλο σαν κουβά κατάκορφα στο κεφάλι, κι ένας πρώην άνθρωπος. Αυτόν, αν ήμουνα σκηνοθέτης του κινηματογράφου, θα τον πλήρωνα μια περιουσία (αν την είχα) να φιγουράρει στην ταινία μου. Πρέπει μονάχα νύχτα να κυκλοφορούσε το εφιαλτικό τούτο υπόδειγμα του υποκόσμου με το βαθιά γουβιασμένο στήθος του ετοιμοθάνατου φυματικού, το χρώμα του λείψανου, το σκελετωμένο πρόσωπο ενός φακίρη. Χαμόγελο γλυκερό και παγωμένο τεζάριζε τ’ άσπρα χείλη του. Δεν ξέρω τι δουλειά έκανε ο άνθρωπος, τα φιλικά γνεψίματα με την ορχήστρα έδειχναν πως κάποια καλλιτεχνική ιδιότητα των νυχτερινών κέντρων πρέπει να έχει. Η Φύση όμως και η ζωή τον είχαν πλάσει ανάγλυφη εικόνα του πορνοβοσκού. Πλάι στη ντίβα με το φλογάτο μαλλί, αυτός ήταν το ταιριαστό συμπλήρωμα˙ έδινε νόημα στην εικόνα.
Πρώτα, με μιαν αβρότατη χαιρετούρα προς τη ντίβα, ο βιολιστής έπαιξε το κομμάτι του. Σέρνοντας ξοπίσω του την ορχήστρα, κατά το γνωστό ύφος των τσιγγάνων, ανηφόρισε σε κορφές απάτητες, αεροζυγιάστηκε, έγειρε σε γκρεμούς που να σου κόβεται η ανάσα, έκανε πως θα κατηφορίσει, λικνίστηκε, στροβιλίστηκε, μας ξέφυγε μ’ ένα τσαλιμάκι και τόξεψε ακόμα πιο ψηλά, στα μεσούρανα. Η αίθουσα όλη γύρω απόμενε ξεπνοημένη. Ήταν ο κλασσικός αυτοσχεδιασμός του τσιγγάνου, όχι λαμπρότερος από το συνηθισμένο, μονάχα λιγάκι πιο θερμός. Η ντίβα χαμογελούσε μισοντροπιασμένη, μισοζαλισμένη.
Βαθειά σιωπή σεβασμού και περισυλλογής ακολούθησε. Ο παρά λίγο γαιοκτήμονας έπινε, ο φακίρης ψιθύριζε απόκρυφα στις ντάμες του, ένας πελάτης έφυγε, δυο – τρεις καινούργιοι μπήκαν. Το εστιατόριο αυτό φαίνεται δούλευε αργά, η πελατεία του πύκνωνε όσο η ώρα προχωρούσε. Γενναιόδωρη ήταν και η ορχήστρα: ύστερα από μικρή διακοπή, ξανάρχισε. Τώρα όμως, μετά τις πρώτες μπατούτες, καταλάβαμε όλοι πως το κομμάτι ήταν του τσιμπαλίστα.
Κανένας μας, θαρρώ, δεν τρέφει ιδιαίτερη, καλλιτεχνική να πούμε, εκτίμηση στην τσιγγάνικη μουσική. Είναι καθαυτό του καφενείου, να υποκρούει την κουβέντα, να δημιουργεί «ατμόσφαιρα», να σε φέρνει στο κέφι, να υποδαυλίζει τον εύκολο, φτηνό ρομαντισμό. Ο τσιγγάνος φαίνεται να την ξέρει τη διακοσμητική του αυτή θέση και την αποδέχεται μ’ εγκαρτέρηση. Είναι η δουλειά του. Ή κάνει κάτι άλλο. Αυτό που έκανε απόψε ο τσιμπαλίστας με το καψαλισμένο πρόσωπο.
Πρέπει κάποια εξέλιξη να σημειώθηκε μέσα του, γιατί ενώ είχε αρχίσει να παίζει ευσυνείδητα, με άνεση, ελαφρότητα και δεξιοσύνη, από κάποια στιγμή και πέρα καταλάβαμε όλοι ότι, κι αυτός κι εμείς είχαμε, ξεφύγει, γλιστρήσει σ’ άλλο επίπεδο. Ήταν ένας άντρας ανάμεσα στα σαράντα πέντε και πενήντα. Ο φαρδύς του λαιμός έπλεχε στον κάτασπρο γιακά ενός πουκάμισου ανοιχτού στο στήθος, τα παχειά του μαυριδερά χείλη χαμογελούσαν με παιδική έκσταση. Γοργά σαν τον άνεμο τα χέρια του, που κρατούσαν τα δυο ραβδάκια σα λαβίδες, φτερούγιζαν πάνω στ’ όργανο, ακράγγιζαν, μιαν ιδέα, με το φτερό, τις χορδές. Αλλά πως τις άγγιζαν! Το τιποτένιο εκείνο σαντούρι είχε γίνει τώρα δάσος με πουλιά, στοιχειωμένο, κελαϊδούσε σύγκορμο, παλάβωνε, φούσκωνε, δερνόταν, έβγαζε ιαχές, πνιγόταν σ’ αναφυλλητά σπαθισμένα από κακαριστά γέλια.
Ο αρχιβιολιστής είχε παραμερίσει με σεβασμό, ν’ αποκαλύψει τον συνάδελφό του, που πρωταγωνιστούσε. Κι άξιζε τον κόπο, μα την αλήθεια! Γιατί ο τσιμπαλίστας αυτός είχε μεταμορφωθεί. Αναπηδώντας ολόσωμος, έτοιμος να πετάξει, ξαναπέφτοντας σαν αλυσοδεμένος, έβλεπες πως έχει χάσει τον κόσμο γύρω του, την αίσθηση των ορίων του ανθρώπου, την επαφή με τη σύμβαση που τη λέμε πραγματικότητα.
Έπαιζε για τον εαυτό του, για κανέναν άλλον, κι εμείς, που παρατύχαμε, κάτι αρπάξαμε από τα ψίχουλα που πέφτανε από το τραπέζι.
Όταν τελείωσε, ξεσπάσαμε σε χειροκροτήματα, όλη γύρω η σάλα. Ανασηκώθηκε μια στιγμή από τη θέση του και μας χαιρέτησε. Δεν κοίταζε εμάς, κοίταζε το τσίμπαλό του. Όπως κοιτάζεις μιαν αγαπημένη γυναίκα ύστερα από το ερωτικό αγκάλιασμα, μ’ ευγνωμοσύνη τρυφερή.
Δεν ξέρω τι είναι η τσιγγάνικη μουσική και ποια αξία έχει ή δεν έχει. Ξέρω μονάχα πως το βράδυ εκείνο, μου δόθηκε να ιδώ με τα μάτια μου το σπάνιο αυτό υπόδειγμα που λέγεται γνήσιος καλλιτέχνης.
Και μ’ αρέσει που δεν ξέρω τ’ όνομά του. Μ’ αρέσει που είναι ουσιαστικά ανώνυμος. Αυτό τον κάνει ακόμα πιο καλλιτέχνη.    

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΑΡΘΡΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΤΕΡΖΑΚΗ «ΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΚΑΪΝ», ΕΚΔΟΣΗ  «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ» ΑΘΗΝΑ 1987

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ
O Άγγελος Τερζάκης ήταν Έλληνας λογοτέχνης της γενιάς του ’30 και δοκιμιογράφος. Έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα.
Γέννηση: 16 Φεβρουαρίου 1907, Ναύπλιο
Απεβίωσε: 3 Αυγούστου 1979, Αθήνα
Ταινίες: Νυχτερινή περιπέτεια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου