Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ * ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ "ΣΛΑ ΜΑΧΑΛΑ"

21 Ιαν 2019

Τα διάφορα εκκλησιαστικά “γκέτο”


Ζούμε σε μια κοινωνία που κατ’ εξοχήν διαχωρίζει τους ανθρώπους σε διάφορα γκέτο. Υπάρχουν διάφορα γκέτο πολιτικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά, που είναι όλα απόλυτα στεγανά κι εμείς όλοι είμαστε ενταγμένοι σε κάποιο απ’ αυτά. Κάθε γκέτο έχει την κουλτούρα του, την ιδεολογία του και τα δόγματά του, που είναι απόλυτα και άκαμπτα...

Κάθε γκέτο έχει επίσης το έτοιμο αρχείο του, όπου βρίσκονται ταξινομημένοι προκατασκευασμένοι ορισμοί για όλα, έτσι ώστε να μη χρειάζεται τα μέλη του γκέτο να κουράζονται να φτιάχνουν δικούς τους ορισμούς. Οι προκατασκευασμένοι ορισμοί λειτουργούν όπως τα κατάλληλα συσκευασμένα μείγματα για κρέμες και γλυκίσματα που βρίσκει κανείς στις υπεραγορές και στα οποία χρειάζεται μόνο να προσθέσει … το σάλιο για να τα μασήσει και να τα καταπιεί. Δεν έχουν ακόμη κυκλοφορήσει τέτοια είδη που να είναι ήδη μασημένα, αλλά θα κυκλοφορήσουν σύντομα.
Όλα τα μέλη του κάθε γκέτο δεν έχουν την παραμικρή αμφιβολία ότι η αλήθεια του γκέτο είναι Η ΑΛΗΘΕΙΑ και είναι απόλυτα βέβαιοι ότι υπάρχουν μόνο δύο κατηγορίες ανθρώπων: οι καλοί, οι έντιμοι, οι φωτισμένοι, οι πολιτισμένοι, οι ανοιχτόμυαλοι, που είναι φυσικά τα μέλη του δικού τους γκέτο και οι άλλοι, οι κακοί, οι ανέντιμοι, οι εκμεταλλευτές, οι σκοταδιστές και οι μικρόμυαλοι. Όλοι αισθανόμαστε πολύ ευχαριστημένοι που ανήκουμε στο γκέτο των καλών και των σωστών, αισθανόμαστε την περιφρόνηση που κάθε καλός πρέπει να αισθάνεται για τους κακούς και φροντίζουμε να στεκόμαστε μακριά τους, για να μη λερώσουν με την πολιτική, πολιτιστική ή θρησκευτική βρωμιά τους τη δική μας πολιτική, πολιτιστική ή θρησκευτική καθαρότητα.
Δεν υπάρχει καμιά απολύτως διαγκετοϊκή επικοινωνία (πως θα μπορούσε;), αλλά όλα τα γκέτο έχουν σαν κοινό βασικό θεμέλιο την πεποίθηση για τις δυο στεγανές κατηγορίες των ανθρώπων που, αν και είναι η πεποίθηση που δημιούργησε την Ιερά Εξέταση και τις καλβινικές κοινότητες των καθαρών στο μεσαίωνα, στις μέρες μας θεωρείται πολύ προοδευτική αντίληψη και το καύχημα του προοδευτικού σύγχρονου ανθρώπου. Γκέτο υπάρχουν ακόμη και στο χώρο της Εκκλησίας.
Όλοι σχεδόν όσοι θεωρούμε τους εαυτούς μας μέλη της Εκκλησίας του Χριστού ανήκουμε σε κάποιο ενδοεκκλησιαστικό γκέτο, όπως είναι τα οργανωσιακά γκέτο, τα γκέτο της ακαδημαϊκής θεολογίας, τα γκέτο της νεοπατερικής θεολογικής κουλτούρας, τα γκέτο των ανένταχτων, τα γκέτο των παλαιοημερολογιτών, τα γκέτο της πολιτικοκοινωνικής χριστιανικής ιδεολογίας και τα γκέτο των προφητικών φωνών, που είναι εκείνοι που αισθάνονται ότι τους έχει εκλέξει ο Θεός να αναγγείλουν στον αμαρτωλό κόσμο την επερχόμενη οργή του.
Όπως κάθε εξωεκκλησιαστικό γκέτο έχει την δική του ιδεολογία έτσι και κάθε ενδοεκκλησιαστικό γκέτο έχει την δική του θεολογία. Όλοι εμείς, τα θεολογούντα μέλη όλων αυτών των ενδοεκκλησιαστικών γκέτο (και ποια δεν είναι θεολογούντα), είμαστε απόλυτα βέβαιοι, ότι εμείς και μόνο ερμηνεύουμε σωστά το Ευαγγέλιο, είμαστε οι γνώστες του θελήματος του Θεού και οι θεματοφύλακες της ορθοδόξου παραδόσεως και θεωρούμε αδιανόητη οποιαδήποτε συνεργασία με τους άλλους, «τις … συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαλ» (Β΄ Κορ. 6,15). Όλοι μας αισθανόμαστε ότι σε μας απευθύνεται ο Χριστός, όταν λέει «υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια του Θεού, τοις δε λοιποίς εν παραβολαίς, ίνα βλέποντες μη βλέπωσι και ακούοντες μη συνιώσιν» (Λουκ. 8,10).
Τελικά η εικόνα που δίνουμε είναι εικόνα βαβελικής συγχύσεως και ακοινωνησίας. Κανείς δεν μιλάει και δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα κανενός. Όλοι μιλάμε και γράφουμε ακατάσχετα, αλλά κανείς δεν υποπτεύεται ότι μπορεί εκείνος να εξαντλείται σε «μωράς … συζητήσεις και γενεαλογίας και έρεις και μάχας νομικάς» (Τίτ. 3,9).
Μιλάμε πολύ, αλλά πως ξέρουμε ότι αυτά που λέμε είναι λόγος και όχι λόγια; Το κριτήριο που μας δίνει ο Παύλος για να βρούμε αν αυτό που λέμε είναι λόγος και όχι λόγια, είναι το αν αποτελεί ή δεν αποτελεί γεύση ζωής. Η αμεσότητά του. Η δυνατότητα να ανταποκριθεί στην ανθρώπινη πραγματικότητα και να τη μεταμορφώσει. «Μανθανέτωσαν δε και οι ημέτεροι καλών έργων επίστασθαι εις τας αναγκαίας χρείας, ίνα μη ώσιν άκαρποι» (Τίτ. 3,14).
Ο λόγος ο δικός μας πάντως δεν φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά το κλίμα της παραφροσύνης, που κυριαρχεί στον κόσμο μας και που γίνεται εκρηκτικότερο από μέρα σε μέρα.
Ωστόσο κανείς μας δεν σκέπτεται μήπως, αντί να συσπειρωνόμαστε για να αντισταθούμε ενωμένοι κατά του διαβόλου

«αφού διαλύσαμε την έχθρα μας προς εκείνον παρακινούμαστε να στρεφόμαστε ο ένας εναντίον του άλλου» (Ιωάν. Χρυσοστόμου, Ομιλία XIV Εις Εφεσίους, Migne 62, σελ. 101).

Ο καθένας μας φαίνεται να πιστεύει, ότι εκείνος μόνος του θα επιτελέσει το έργο της Εκκλησίας και όχι μόνο δεν φαίνεται να θεωρούμε απαραίτητο συμπλήρωμα και συμβολή τις προσπάθειες των άλλων, αλλά τις βλέπουμε τουλάχιστον σαν ενόχληση, αν όχι σαν κάτι επικίνδυνο ή ακόμα και ολέθριο. Δεν φαίνεται να συμμεριζόμαστε την άποψη του Παύλου, που παρομοιάζει το έργο της Εκκλησίας μ’ ένα φυτό που κάποιος το φυτεύει, κάποιος το ποτίζει και ο Θεός το αυξάνει (Α΄ Κορ. 3,6).
Άραγε δε θα ’πρεπε γι’ αυτό να διερωτηθούμε μήπως και η δική μας ενασχόληση με το σχίσιμο της θεολογικής τρίχας στα δύο, είναι η δική μας απόδραση από την οδύνη της δική μας ζωής, και μήπως, αντί να είναι η ένδειξη της θεοπνευστίας μας, όπως νομίζουμε, είναι το σύμπτωμα της δικής μας παραφροσύνης;

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε με τίτλο «Θεοπνευστίας ένδειξη ή παραφροσύνης σύμπτωμα;»

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΑΡΘΡΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ π. ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΦΑΡΟΥ «ΗΘΟΣ ΑΗΘΕΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΚΡΙΤΑΣ», Β΄ ΕΚΔΟΣΗ 1993.

ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΦΑΡΟΣ
Ο π. Φιλόθεος Φάρος γεννήθηκε το 1930 στον Πειραιά. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες, νομικά και θεολογία. Έγινε κληρικός το 1962 και συνέχισε σπουδές στην ποιμαντική ψυχολογία και την ποιμαντική συμβουλευτική στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης στις ΗΠΑ. Δίδαξε ποιμαντική ψυχολογία στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στη Βοστώνη και εργάσθηκε ως Pastoral Counselor και Family Therapy Supervisor στην πρότυπη ψυχιατρική θεραπευτική κοινότητα Human Resource Institute της Βοστώνης, όπου απέκτησε μια σημαντική ψυχοθεραπευτική εμπειρία κάνοντας ατομική και ομαδική ψυχοθεραπεία και κυρίως εργαζόμενος με οικογένειες και ζευγάρια. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα επεχείρησε να θέσει στην υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος την εμπειρία του, οργανώνοντας ένα πρόγραμμα ποιμαντικής κλινικής εξασκήσεως για κληρικούς σ' ένα νοσοκομείο της Αθήνας. Ταυτόχρονα οργάνωσε ένα κέντρο νεότητος για την Αρχιεπισκοπή Αθηνών, όπου καλλιεργείται και προάγεται η κοινοτική ζωή. Έχει γράψει πολλά άρθρα, μελέτες και δεκατρία βιβλία που διαπραγματεύονται άμεσα και καίρια για τη ζωή του ανθρώπου θέματα, όπως είναι το πένθος, ο γάμος, η ανατροφή των παιδιών, ο έρωτας κτλ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου