Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ * ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ "ΣΛΑ ΜΑΧΑΛΑ"

1 Νοε 2020

Οι τέσσερις λογικές αποδείξεις του Λάιμπνιτς για την ύπαρξη του Θεού


Η αυτονόμηση των δυνατοτήτων της νόησης στα πλαίσια μιας «φυσικής θεολογίας» συμπληρώνεται ενδεικτικά με τον Λάιμπνιτς (Leibniz). Το έργο του Περί Θεοδικίας (Essais de theodicee sur la bonte de Dieu, la liberte de lhomme et lorigine du mal – 1710) καθιερώνει τον Λάιμπνιτς ως τον συνεπέστερο συνεχιστή της εμμονής των σχολαστικών στη ταύτιση φυσικής και μεταφυσικής: Η γνώση τόσο τής μεταφυσικής όσο και τής φυσικής πρέπει να υπακούει στις απαιτήσεις της αυστηρής επιστήμης, δηλαδή της αποδεικτικότητας που εξασφαλίζει η νοησιαρχική demonstratio (= απόδειξη)...

Στην προοπτική αυτή ο Λάιμπνιτς συστηματοποιεί τις λογικές αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού και τις συγκεφαλαιώνει σε τέσσερις:

Πρώτη είναι η οντολογική απόδειξη, διατυπωμένη αρχικά από τον Άνσελμο: ο Θεός συλλαμβάνεται με τη νόηση ως κάτι «για το οποίο τίποτε μεγαλειωδέστερο δεν μπορούμε να σκεφθούμε» (aliquid quo nihil majus cogitari possit). Αυτό το «κάτι» δεν μπορεί να μην υπάρχει. Γιατί αν δεν υπάρχει, η ανυπαρξία του μειώνει τη μεγαλειότητά του, άρα δεν είναι αυτό που η σκέψη μας συνέλαβε ως το μεγαλειωδέστερο από κάθε τι άλλο. Με άλλα λόγια: είναι λογικά αντιφατικό να συλλαμβάνουμε την ιδέα ενός ανύπαρκτου Θεού, αφού η ιδέα του Θεού περιλαμβάνει κάθε τελειότητα και η ύπαρξη είναι μια τελειότητα σε σχέση με την ανυπαρξία.

Δεύτερη απόδειξη είναι η κοσμολογική, γνωστή επίσης από τη διδασκαλία των σχολαστικών, που ο Λάιμπνιτς την προσφέρει συμπληρωμένη: όλα τα όντα είναι λογικώς υπαρκτά, εφόσον ο «αποχρών λόγος» της ύπαρξής τους εμπεριέχεται ως αιτία σε μια άλλη υπαρκτή πραγματικότητα. Για τους σχολαστικούς, όπως και για τον Αριστοτέλη, αυτή η οπισθοβατική αλληλουχία αιτίας και αποτελέσματος εντοπίζεται κατεξοχήν στο γεγονός της κίνησης και δεν μπορεί να είναι άπειρη, αλλά καταλήγει στη λογική αναγκαιότητα ενός όντος που αποτελεί την πρώτη αιτία της κίνησης και την αιτία της ύπαρξής του, την αρχική αιτία κάθε όντος: είναι το «πρώτο κινούν», ο Θεός. Για το Λάιμπνιτς, το σύμπαν ως όλον πρέπει να έχει κάποιο αποχρώντα λόγο που να εμπεριέχεται ως αιτία σε μια υπαρκτή πραγματικότητα «εκτός» του σύμπαντος. Και ο αποχρών αυτός λόγος του σύμπαντος είναι ο Θεός.

Τρίτη, είναι η απόδειξη του Θεού ως συνισταμένης των αιώνιων αληθειών: η αλήθεια των εμπειρικών μας γνώσεων έχει τον δικό της «αποχρώντα λόγο» που εμπεριέχεται ως αιτία σε γενικές προτάσεις – αρχές αδιάψευστες και γι’ αυτό λογικά υποχρεωτικές. Είναι αυτοαλήθειες, αλήθειες αιώνιες. Αλλά, αν η δική μας χρονικά περιορισμένη διάνοια περιέχει τους αποχρώντες λόγους της εμπειρικής γνώσης, ο αποχρών λόγος των αιώνιων αληθειών πρέπει να είναι, κατά λογική αναγκαιότητα, μια αιώνια – θεία διάνοια. Γιατί ο λόγος του υπαρκτού είναι και ο ίδιος οπωσδήποτε υπαρκτός. Έτσι ο Θεός αποδείχνεται υπαρκτή διάνοια, συνισταμένη των αιώνιων αληθειών, μεταφυσικών, μαθηματικών και ηθικών – των κανόνων του αληθούς, του τελείου και του δικαίου. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει τίποτε λογικά αυθαίρετο στις θείες αποφάσεις. Ολόκληρο το σύμπαν είναι οργανωμένο με βάση την «καθαρή λογική», ο Θεός είναι η ίδια η λογικότητα.

Τέταρτη απόδειξη της ύπαρξης του Θεού είναι η τελεολογική. Εκτός από τη λογική αναγκαιότητα της αιτίας, υπάρχει και η λογική αναγκαιότητα του σκοπού (τέλους) των όντων. Τα όντα εμπεριέχουν το σκοπό ή το «τέλος» της ύπαρξής τους – κάθε ατομική υπόσταση («μονάδα» του όντος) υπάρχει, εφόσον και επειδή ανταποκρίνεται στην «τελική» πληρότητα της εννοίας της. Αυτός ο προκαθορισμός των υποστάσεων από το τελεολογικό τους περιεχόμενο συνθέτει την παγκόσμια αρμονία, που προϋποθέτει την καθολική σύλληψη και σύνθεση των επιμέρους σκοπών (harmonia praestabilita), άρα προϋποθέτει και μια άπειρη και τέλεια διάνοια που πραγματοποιεί αυτή την καθολική σύλληψη και σύνθεση. Η αρμονία της κτίσης είναι λογικά ανεξήγητη δίχως την ανταπόκριση των επιμέρους «μονάδων» του όντος στο συνολικό «τέλος» που ενυπάρχει σε μια υποχρεωτικώς υπαρκτή διάνοια.

 

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ «ΧΑΪΝΤΕΓΓΕΡ ΚΑΙ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ, Β΄ ΕΚΔΟΣΗ



ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

Ο Χρήστος Γιανναράς είναι σύγχρονος Έλληνας καθηγητής φιλοσοφίας και συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 1935. Σπούδασε θεολογία στην Αθήνα και φιλοσοφία στη Βόννη και το Παρίσι.

Γέννηση: 10 Απριλίου 1935 (ηλικία 85), Αθήνα

ΕκπαίδευσηΕθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

ΒιβλίαΟρθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου