Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

9 Ιουλ 2017

ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ




Σε ορισμένη εκκλησία της Αθήνας και στην οικεία θέση του εικονοστασίου, η εικόνα του Χριστού μου προξενούσε από παλιά ξεχωριστή εντύπωση. Δεν πρόκειται για εικόνα ιδιαίτερα μεγάλων αξιώσεων, έργο εξαιρετικής τέχνης από εκείνα με τα άσαρκα διαχρονικά πρόσωπα που μας καθηλώνουν στη θέση του ισόβιου θεατή και λάτρη της βυζαντινής αγιογραφίας. Το πρόσωπο του Χριστού στην εν λόγω εικόνα, μολονότι καλοπλασμένο και επιμελημένο, έχει κάτι το συμβατικό και ιδίως το εγκόσμιο, καθόλου ωστόσο προσβλητικό, όπως συχνά τα πρόσωπα του Χριστού στις δυτικές ή δυτικότροπες παραστάσεις...

Εδώ, η μορφή του Χριστού, χωρίς τίποτα το γλυκερό, είναι μια μορφή επίγειου ανθρώπου σαν τη δική σας ή τη δική μου κάπως, έχει θα ’λεγα τη φυσιογνωμία φίλου, συναδέλφου ή συντρόφου που εμπνέει οικειότητα και εμπιστοσύνη. Έχουμε την εντύπωση ότι την έχουμε ξαναδεί έξω από την εκκλησία, ίσως στον δρόμο, σ’ ένα φιλικό σπίτι, στο πανεπιστήμιο, όταν ήμασταν μαζί φοιτητές ή αργότερα στο χώρο της δουλειάς. Έχουμε το θάρρος, λόγω της ανώτερης κοινωνικής του θέσης, να του ζητήσουμε μια εκδούλευση, ακόμη κι ένα ρουσφέτι για κάποια υπόθεση˙ όπως ζητάμε ένα ρουσφέτι από κάποιον που ξέρουμε πως μας συμπαθεί και συγχρόνως έχει σχέση με την Εξουσία, βρίσκεται όντως πολύ κοντά σ’ Αυτήν, ώστε να μη διστάζουμε, εμείς οι ανώνυμοι τιποτένιοι πολίτες, απέναντί του. Έχουμε όμως και την ελευθερία να του ζητήσουμε μιαν ίαση για κάποιον που έχουμε κατά νου, μια βοήθεια στην αδυναμία μας, την άφεση κάποιας οφειλής μας.
Μου αρέσει πάντως να πιστεύω ότι το πρόσωπο αυτό του Χριστού, στη συγκεκριμένη εικόνα, δεν είναι μόνο του, και ότι στην άλλη πλευρά του ξύλου, στραμμένο προς το ιερό αυτή τη φορά, που στη φαντασία μου γίνεται χώρος παραδείσου, είναι αγιογραφημένο ένα δεύτερο πρόσωπο που μόνο οι ιερείς μπορούν να δουν. Δεν επιχειρώ καν να φανταστώ το πρόσωπο αυτό που προσβλέπει όχι σ’ εμάς, το εκκλησίασμα, τον κόσμο, αλλά στον Πατέρα του, Αυτόν που βρίσκεται εκεί ωσάν στον ουρανό περιστοιχιζόμενος από τους ιερουργούς της θείας Λειτουργίας, που φυσικά αναβαθμίζονται σε αγίους.
Η φαντασία μου αυτή δεν είναι τίποτα άλλο νομίζω παρά μια παραστατική εκδοχή, μια εικαστική σύνοψη του περιεχομένου των Ευαγγελίων, κατά την οποία ο Χριστός, στον επίγειο βίο του, δεν έπαψε, από τη μια μεριά να συνομιλεί με τον Κόσμο (στον οποίο συμπεριλαμβάνονταν και οι Απόστολοι) και από την άλλη με αυτόν που ονόμαζε Πατέρα του. Και αυτό στιγμή προς στιγμή σε όλη τη διάρκεια της διέλευσής του από τη γη.
Η δεύτερη αυτή μορφή του Χριστού, η αόρατη σ’ εμάς τους εκκλησιαζόμενους, τόσο πιο φρικτή πρέπει να είναι – συνεχίζω τις φαντασιώσεις μου – όσο πιο οικεία, ευπροσήγορη και ρεαλιστική είναι η πρώτη. Πολύ αμυδρή ιδέα για τη διαφορά ανάμεσα στις δύο μπορεί να μας δώσει η αντίθεση ανάμεσα στην εικόνα του εαυτού μας που προβάλλουμε στους γύρω μας, και την εσωτερική μας αλήθεια που κρατάμε ερμητικά κλεισμένη μέσα μας, εν επιγνώσει.
Άνθρωπος λοιπόν ο Χριστός από τη μια μεριά του ξύλου, τέρας ασύλληπτο από την άλλη για τα μάτια μας.
Η διπροσωπία του Χριστού, με το ένα πρόσωπο να ατενίζει τον κόσμο και με το άλλο τον Πατέρα παντοκράτορα, κυριολεκτική όσον αφορά τη συγκεκριμένη εκκλησία της Αθήνας, γίνεται αυτομάτως αφετηρία και αφορμή μιας μεταφοράς που με βοηθάει κάπως στην απιστία μου.
Στην απιστία μου! Γιατί κακά τα ψέμματα. Ωραίοι οι ποιητικοί αυτοσχεδιασμοί και γοητευτικοί οι ελεύθεροι συνειρμοί και φαντασιώσεις, όμως δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την Πίστη και φυσικά δεν σώζουν. Διότι η Πίστη είναι μία˙ δεν επιδέχεται αισθητικές υπεκφυγές όπως η παραπάνω, ούτε ιδιοφυείς κατασκευές κάθε λογής. Συνίσταται σε μια χωρίς παρεκκλίσεις ομολογία των αληθειών που περιλαμβάνονται στο Σύμβολο της Πίστης. Ομολογία τέτοια, ώστε ο,τιδήποτε συμβαίνει εν χρόνω (γέννηση ή θάνατος, πόλεμος ή καταλλαγή, χαρά ή λύπη, ασθένεια ή ανάρρωση, καταστροφή ή ανάκαμψη, χειμώνας ή καλοκαίρι, κέρδος ή απώλεια, κρύο ή ζέστη, όλα όσα εμπίπτουν στη σφαίρα της ανθρώπινης και ιστορικής εμπειρίας, θετικά ή αρνητικά ή αδιάφορα), όλες γενικά οι φυσικές ή ηθικές ή άλλες αντιθέσεις να είναι ωσάν να μη συμβαίνουν ή να μην υπάρχουν καθόλου. Να μας αφήνουν εντελώς απαθείς σε σχέση με την υπερβατική και άχρονη πραγματικότητα, την έξω από κάθε εμπειρία, αυτήν που ευαγγελίζονται οι γραφές. Οπότε και η πιο επώδυνη δοκιμασία για μας όσο ζούμε, φυσική ή ηθική, θα ήταν επίσης ωσάν να μη συνέβαινε σ’ εμάς τους ίδιους, καθότι θα είχαμε καταργήσει τον χρόνο εν χρόνω, όπως ο ίδιος ο Χριστός.
Η ομολογία όμως της πίστης, η εξωτερικευμένη δηλαδή πίστη του Συμβόλου μας, δεν σημαίνει αναγκαστικά εξωτερίκευση μιας αληθινής βαθύτερης πίστης, την οποία να εικάσουμε ίσως μπορούμε μόνο. Τι να είναι άραγε η πίστη αυτή; Ποια είναι η φύση της; Είναι δυνατό να μας πείσει κανείς για την πίστη του χώρια από τα έργα του; Να μας εκμυστηρευτεί ως προσωπική εμπειρία, ως μαρτυρία ψυχής, αμετάδοτη σχεδόν αλλιώς παρά σε μια γλώσσα που πρέπει να επινοηθεί, ώστε να αντιστοιχεί στην εποχή μας, μια γλώσσα φορέα νέας εικονικής; Ή πρέπει, σε περίπτωση αδυναμίας να δημιουργηθεί μια τέτοια γλώσσα, να συμπεράνουμε ότι την πίστη, παρόμοια με τον ηλεκτρισμό, μόνο από τις εκδηλώσεις της μπορούμε να συναγάγουμε, δηλαδή από τα έργα μας;
Κι αφού ο λόγος για τον ηλεκτρισμό, ας μου επιτραπεί να χρησιμοποιήσω μια σχετική μεταφορά που μου έρχεται στο νου αναφορικά με όσους σήμερα πάνω στον άμβωνα ή κάτω απ’ αυτόν κηρύττουν την πίστη. Μου θυμίζουν ηλεκτρικούς λαμπτήρες χωρίς παροχή, που άλλοτε συνδέονταν με το ηλεκτρικό ρεύμα και φωτίζονταν από μέσα φωτίζοντας ταυτόχρονα και το γύρω τους χώρο. Τώρα, αν και εξακολουθούν να είναι αναγνωρίσιμοι ηλεκτρικοί λαμπτήρες από τους οποίους προσδοκούμε φως, καθότι αποσυνδεδεμένοι από τα σημεία παροχής του ηλεκτρισμού, έχουν πάψει προ πολλού να φωτίζουν. Το θαύμα θα ήταν να συνδεθούν, ή έστω ένας απ’ αυτούς, με το ηλεκτρικό ρεύμα που έχει διακοπεί, όπως στις περισσότερες περιπτώσεις των ανθρώπων έχει διακοπεί και η πίστη.
Άραγε θα γίνει το θαύμα; Θα συνδεθεί ο λαμπτήρας με την παροχή; Στο μεταξύ, από έλλειψη βοήθειας στην απιστία μας, γινόμαστε φιλόσοφοι, ποιητές, θεολόγοι, φαντασιοκόποι και ο,τιδήποτε άλλο.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΦΩΚΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΤΟΜΟ «2000 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΚΡΙΤΑΣ»

ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ
Ο Νίκος Φωκάς γεννήθηκε στην Κεφαλληνία το 1927. Δίδαξε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει δώδεκα βιβλία ποίησης, δύο δοκίμια για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία, και μία νουβέλα.


ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΑΡΘΡΟΥ: ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΑΡΑΣΑΝΤΕΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου