Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

24 Μαΐ 2017

ΒΕΡΛΑΙΝ, ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΗ, ΚΑΦΚΑ: ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ




Βερλαίν

Συντάκτης απογευματινής εφημερίδας, από τους πιο δραστήριους, με πήρε τηλέφωνο, για να μου απευθύνει μερικά ερωτήματα και να μου ζητήσει άμεσες και συνοπτικές αποκρίσεις. Περίπου δεν μου άφησε καιρό να σκεφθώ. Και, μολονότι θα μπορούσα είτε ν’ αρνηθώ τη συμμετοχή μου σε μια τέτοια δοκιμασία είτε και να του ζητήσω κάποια μικρή προθεσμία, τη βρήκα κι εγώ πολύ διασκεδαστική την υπόθεση. Ήταν σαν ένα «τεστ» σαν μια ψυχοτεχνική άσκηση, που απαιτούσε ετοιμότητα, διαύγεια και ικανότητα επιλογής του ουσιώδους...

Ανάμεσα στα ερωτήματα υπήρχε κι ένα, που αναφερόταν στα κείμενα, στα πρόσωπα, που επηρέασαν περισσότερο την πνευματική μου ζωή. Στάθηκα σε τρία ονόματα. Το ένα ανήκει στην εποχή των νεανικών ενθουσιασμών, των πρώτων αφοσιώσεων. Είναι ο Βερλαίν, η φωνή του παρισινού φθινοπώρου, ένας «καταραμένος», που μας εγοήτευε τότε με την υποβλητική μουσική του. Ολόγυρά του ένας αστερισμός από άλλους, και δυσκολώτερους, καθώς ο Μαλλαρμέ, και ηπιώτερους, καθώς ο Ρόντεμπαχ, ο μελαγχολικός υμνωδός των πεθαμένων καναλιών της Φλάντρας.
Το δεύτερο από τα τρία ονόματα είναι ο Ντοστογιέφσκη. Επρωτοδιάβασα το «Έγκλημα και την τιμωρία» σε μια κακοτυπωμένη μετάφραση, την πρώτη, νομίζω ελληνική μετάφραση. Μου την είχε δανείσει ο Τέλλος Άγρας. Ο Ρασκόλνικωφ έπεσε μέσα μου καθώς πέφτει ο βίαιος άνεμος στο κοιμισμένο φαράγγι. Όλος ο γαλλικός συμβολισμός, ο μετασυμβολισμός, η σουρντίνα του αβρού στίχου, οι ιδανικές αγάπες, οι παθητικές νοσταλγίες, τα νέφη του λυκόφωτος, η γλυκύτατη μελαγχολία της εφηβείας έσβησαν μονομιάς μπροστά στα πελώρια εκείνα σχήματα, που είχε στήσει αντίκρυ μου ο αδυσώπητος «επιζήσας». Γιατί ο Ντοστογιέφσκη, αυτό το απαρόμοιαστο πάθος, είναι σημαδεμένος με τη σφραγίδα του θανάτου, που ξέφυγε τη στερνή στιγμή. Του θανάτου, που μεταμόρφωσε την κάθε στιγμή του σε θάνατο. Το «Έγκλημα και την τιμωρία» ακολούθησαν τ’ άλλα του έργα: «Οι αδελφοί Καραμάζωφ», οι «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων», «Ο παίχτης», «Το χωριό Στεπαντσίκοβο», που διασκευασμένο σε θεατρικό έργο γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία τα στερνά τούτα χρόνια στη Ρωσία, «Οι λευκές νύχτες», «Ο αιώνιος σύζυγος», «Οι δαιμονισμένοι» που το ξαναδιάβασα και τούτο πριν από λίγο στη γαλλική θεατρική διασκευή του Camus, μια εξαίρετη εργασία, τ’ άλλα. Από την αποδημία στους χώρους των τεφρών ονείρων, που καλλιεργούσε τον «αισθηματισμό» του μακρινού εκείνου καιρού, βρέθηκα αντίκρυ στον άγγελο και το δαίμονα, που είναι ο άνθρωπος. Ο Αλιόσα κι η Γκρούσενκα έγιναν συμπαραστάτες της αγωνίας μου. Εκεί πια δεν είχα να κάμω με τα παρθενικά τριαντάφυλλα, που αποφυλλίζονται στα νωθρά νερά και με τα κορίτσια των καθολικών οικοτροφείων, που μαραίνονται σ’ ένα ανούσιο κυριακάτικο περίπατο. Είχα να κάμω με τα σπαραγμένα σπλάχνα του ανθρώπου, με το άγχος του, με το πάθος του, με την αρετή του – και όλα δοσμένα σε διαδοχικές αποκορυφώσεις.
Το τρίτο από τα ονόματα που μνημόνευσα ανήκει στους στερνούς καιρούς. Είναι τ’ όνομα του Φραντς Κάφκα. Δεν έχω την εντύπωση, πως πρόκειται για ένα συγγραφέα, που μπορεί να τον αγαπήσει πολύ κανείς. Αλλά ένα πρόσωπο που ενδιαφέρει. Το κεντρικό του πρόβλημα είναι το πρόβλημα της ενοχής. Η «Δίκη» μου προκάλεσε δέος. Ο «Πύργος» επίσης. Διάβασα και τα διηγήματα, που τύπωσε τώρα ο «Γαλαξίας», μεταφρασμένα από την κυρία Τέα Ανεμογιάννη, που μας έχει ήδη προσφέρει, σε καλή μετάφραση, τις «Ιστορίες του καλού Θεού» του Ρίλκε. Δυο από τα διηγήματα τούτα, «Η μεταμόρφωση» και το επιγραφόμενο «Στην αποικία των τιμωρημένων», δεν μπορεί ακόμη να τ’ αποκολλήσω από το πνεύμα μου. Μιλούσαμε άλλοτε για τις «Αλλόκοτες Ιστορίες» και για τα ποιήματα του Πόου, του ταλαιπωρημένου της Βαλτιμόρης. Ιστορίες φρίκης. Φρικιαστικώτερες, αληθινά εφιαλτικές είναι οι ιστορίες, που μας διηγείται ο Κάφκα. Το «Κοράκι» και η «Ουλαλούμ», τα ποιητικά αριστουργήματα, έχουν υποσκελισθεί, από τούτη τη μεθοδική, σχολαστική διατύπωση του εσωτερικού, του ριζικού τρόμου, που απορρέει από ένα αμετάθετο πλέγμα μεταφυσικής αγωνίας. Ο προβληματισμός του Κάφκα προκαλεί πανικό. Έτσι θα τον ονόμαζα: «πεζογράφο του πανικού». Αλλ’ όχι εκείνου του πανικού, που μας προσφέρεται με πολλή τέχνη, αλλά και αρκετά επιδερμικά, στις ταινίες του Χίτσκοκ. Του πανικού, που δημιουργεί η συνείδηση, το ανθρώπινο αδιέξοδο.
Αυτά τα ονόματα ήταν τα μόνα, που έφτασαν στα χείλη μου, τη στιγμή, που ένας άνθρωπος με ρωτούσε και καρτερούσε, στην άλλη άκρη του σύρματος, μια απόκριση. Ήταν μια κίνηση ενστικτώδης, μια ομολογία, που δεν είχα προφτάσει να συλλογιστώ. Βερλαίν, Ντοστογιέφσκη, Κάφκα. Μπορεί μέσα σε τόση χτυπητή ανομοιότητα να υπάρξει κάποιος κεντρικός πυρήνας, να υπάρξει ένας εσωτερικός δεσμός; Τώρα που το ξανασυλλογίζομαι νομίζω, πως μπορεί να υπάρξει. Ο Βερλαίν είναι ένας κολασμένος, ένας «αμαρτωλός», κατά την χριστιανική αντίληψη της αμαρτίας. Η «Sagesse» είναι η μεταμέλεια. Ένας άνθρωπος πάθους υπήρξε ο Ντοστογιέφσκη, ένας συνομιλητής των δαιμόνων. Μέσα στην χριστιανική του συνείδηση αγρυπνεί ο πόνος της αμαρτίας. Η πράξη δεν είναι ουδέτερη, έχει ηθική ποιότητα. Δε θα πρέπει λοιπόν να μιλάμε για μια συνείδηση, έτσι γυμνά, αλλά για μια «ηθική συνείδηση». Αυτή η «ηθική συνείδηση», μεταμορφωμένη σε μια πρωταρχική οδύνη του πλάσματος, διακατέχει και τον Κάφκα. Όπου κι αν στραφεί, όπου κι αν περπατήσει, θ’ αντικρύσει το σκοτεινό αδιέξοδο.
Η αλήθεια είναι, πως δεν εκλέγουμε τα ενδιαφέροντά μας. Οι δυνάμεις, που μας κυβερνούν, απροσπέλαστες και ακατακίνητες, βρίσκονται έξω από τη θέλησή μας. Αυτόματες αντιδράσεις μας εκφράζουν πολύ καλύτερα από τις φροντισμένες με πολλή επιμέλεια παρουσιάσεις. Αλλ’ αναρωτιέμαι: είναι αυτοί και μόνοι, οι τρεις που εμνημόνευσα, που αφήκαν αντίλαλο στην πνευματική μου περιπέτεια; Όχι, βέβαια. Από καιρό σε καιρό με σταμάτησαν, με συγκίνησαν, με συγκλόνισαν κείμενα, που μένουν πάντοτε αθάνατα ή που έχουν λησμονηθεί. Ο κάθε άνθρωπος που βυθίζεται με λαιμαργία στον κόσμο του πνεύματος και, ειδικώτερα, στον κόσμο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, οικειώνεται παρουσίες, που μιλούν βαθύτερα στην ψυχή του, που συντηρούν εντελέστερα τη γόνιμη αγρύπνια του. Η ζωή μας, από την άποψη, τούτη δεν είναι παρά μια σειρά οικειώσεις. Οι εποχές μας σφραγίζονται από κάποια έργα, που τα νιώθουμε, πιο δικά μας. Και συχνά, χωρίς να μπορούμε να εξηγήσουμε για ποιο λόγο τα νιώθουμε τόσο δικά μας. Και δεν είναι, σε κάθε περίπτωση, αυτά τα έργα, που ασκούν τη βαθύτερη επίδραση στη διαμόρφωσή μας. Μας αιχμαλωτίζουν, αλλά δεν αποτελούν απαρασάλευτα πρότυπά μας. Ίσως και γιατί το μέγεθός τους είναι τόσο τεράστιο, ώστε δεν κατορθώνουμε ν’ αντιμετρηθούμε μαζί τους. Απομένουν στην προσωπική μας πινακοθήκη, για να μπορούμε να επιστρέφουμε κάποτ’ εκεί και ν’ αντλούμε ενθάρρυνση. Τίποτε άλλο.
Η νεανική ηλικία, παρά την αντιρρητική της σφοδρότητα, είναι πιο ευαίσθητη στις αποθεώσεις. Έπειτα ο καθένας πλάθει την προσωπική ιστορία του, εγκλωβίζεται μέσα στο κέλυφός του και σωτηρία πια δεν υπάρχει. Η ουσιαστική, ωστόσο, επικοινωνία με τα σημαντικά, μεταχειρίζομαι όρο επιεική, έργα είναι πάντα μια ανάγκη του πνεύματος. Γιατί και του πνεύματος η ιστορία δεν είναι παρά μια σειρά αλληλεπιδράσεις. Οι αληθινά μεγάλοι παίρνουν λιγότερα και προσφέρουν περισσότερα. Αλλά δεν υπάρχει κανένας που να μην παίρνει. Οι αφοσιώσεις, οι αγάπες της κάθε εποχής αφήνουν μέσα στις ψυχές ιζήματα, που σιγά – σιγά αφομοιώνονται με τα προσωπικά δεδομένα. Έτσι πραγματοποιείται η σύζευξη, που επιταχύνει τη γονιμοποίηση.
Αλλ’ έξω από τη μοίρα της καλλιτεχνικής δημιουργίας και του κάθε ανθρώπου η ζωή, αν δεν περάσει γυμνή από πνευματικά ενδιαφέροντα, σταθμεύει από καιρό σε καιρό μπροστά σε βάθρα ανδριάντων. Κάποτε προκαλεί αυτά τα σταματήματα ο συρμός. Άλλοτε η τύχη, η σύμπτωση. Τέλος, η αναζήτηση. Μπορεί ο «άνθρωπος» μας να βρίσκετ’ ενταφιασμένος σε κάποιο βιβλίο, σ’ ένα ράφι βιβλιοθήκης και να μην τον έχουμε ανακαλύψει. Περιμένει τη στιγμή του. Ή πέφτει ανάμεσα στα πόδια μας. Συμπερπατούμε για λίγο μαζί του. Ύστερα τον εγκαταλείπουμε. Η γενιά μας είχε αγαπήσει με πάθος το Χάμσουν. Εκείνη η Εδουάρδα, εκείνη η Βικτώρια και ο Μπενόνι και η Ρόζα και ο Νάγκελ των «Μυστηρίων», οι νύχτες του μακρινού Βορρά, ο Μακ ο «πλούσιος», υπήρξαν για μας πρόσωπα οικεία. Οι νέοι της σημερινής εποχής τον έχουν απολησμονήσει το Χάμσουν. Οι προπάτορές μας λιποθυμούσαν μπροστά στη «Λίμνη» του Λαμαρτίνου, που τόσον ωραία την ανάστησε την τελευταία τούτη στιγμή ο Κλ. Παράσχος. Σήμερα η «Λίμνη» είναι ένα επιτύμβιο μνημείο. Κάτω από το μνημείο βρίσκεται θαμμένος ο ποιητής. Αλλά τι σταθμός και για πόσους υπήρξε ο Λαμαρτίνος!
Ας πούμε και τούτο˙ οι οικειώσεις μας, οι αγάπες μας μάς εκφράζουν παραστατικώτερα από ό,τι δήποτε άλλο σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Έχει λεχθεί: «είμαστε ό,τι αγαπούμε». Και πολύ σωστά. Οι αγάπες, ακόμη και οι πιο αιφνιδιαστικές, μαρτυρούν κάποια προτίμηση. Μας επιτρέπουν ν’ ανακαλύψουμε τον εαυτό μας. Να τον συναπαντήσουμε κάπου έξω από μας, σ’ ένα πρόσωπο, σ’ ένα βιβλίο, σ’ ένα πίνακα, σ’ ένα πλαστικό σύμπλεγμα, σε μια μουσική συμφωνία. Έτσι το αντικείμενο γίνεται ένα πολύτιμο όργανο αυτογνωσίας. Όσο το μελετούμε, όσο το αναλύουμε, τόσο βαθύτερα προχωρούμε στον εαυτό μας. Οι «εκλεκτικές συγγένειες» δεν είναι μάταιος λόγος. Εκεί που νομίζουμε πως δεν πρόκειται παρά για μια αισθητική κατάκτηση η επιμονώτερη αναζήτηση αποκαλύπτει ένα εσωτερικό δεσμό. Υπάρχει μια μέθεξη, που προϋποθέτει ένα προετοιμασμένο χώρο υποδοχής. Αυτός ο χώρος δεν ανήκει μόνο στην γνώση, στη συστηματική καλλιέργεια. Ανήκει και στην ατομική ιδιοσυγκρασία του καθενός, στην πρώτη καταβολή, σ’ ένα στοιχείο που δυσκολεύεται να το δεσμεύσει η λογική. Γιατί δεν είμαστε από μιας αρχής λογικές κατασκευές. Επιχειρούμε να γίνουμε.
Όταν έκλεισα το τηλέφωνο, αφού είχα ξεστομίσει τ’ όνομα του Κάφκα στη μικρή συνδιάλεξη, που υπήρξε η αφορμή του σημερινού άρθρου, άρχισα να συλλογίζομαι, πολύ να συλλογίζομαι. Ένα όνομα είναι πολλές φορές μια δήλωση προσωπικής ευθύνης. Ακόμη και όταν το προφέρεις απροσχεδίαστα. Και ίσως τότε πολύ περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΑΡΘΡΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Ι. Μ.  ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ «ΟΡΘΙΕΣ ΨΥΧΕΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΦΙΛΙΠΠΟΤΗ», ΑΘΗΝΑ 1980

Ι. Μ.  ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Ιωάννης Παναγιωτόπουλος, του Μιχαήλ και της Ειρήνης, γεννήθηκε στο Αιτωλικό της Αιτωλοακαρνανίας. Το 1910 η οικογένειά του μετακόμισε λόγω οικονομικών δυσχερειών στην Αθήνα, όπου και εγκαταστάθηκε. Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή και στην φιλολογική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1919 –1923) και παράλληλα ασχολήθηκε με περιοδικά όπως η «Διάπλασις των Παίδων» και η «Μούσα», είτε δημοσιεύοντας κείμενα είτε συμμετέχοντας στη διεύθυνσή τους. Έκανε την εμφάνισή του στα γράμματα το 1924, με "Το βιβλίο της Μιράντας".  Έγραψε λυρικούς στοχασμούς, μυθιστορήματα, σύντομα αφηγήματα, πέντε τόμους κριτικών μελετών και δοκιμίων, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, ιστοριογραφήματα. Συνεργάζεται σε εφημερίδες και περιοδικά. Μέλος της δεύτερης Επιτροπής απονομής Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων(1940).
Διετέλεσε υπηρεσιακός Yπουργός Πολιτισμού και Επιστημών στην Κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή ενόψει των βουλευτικών εκλογών του 1974, καθώς και πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης.
Ο Παναγιωτόπουλος πέθανε το Μεγάλο Σάββατο, στις 17 Απριλίου 1982 και κηδεύτηκε στο Νεκροταφείο Αμαρουσίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου