Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

10 Μαΐ 2015

ΟΙ ΔΥΝΑΤΟΙ ΤΡΩΝΕ ΤΟΥΣ ΑΔΥΝΑΤΟΥΣ


Ήταν φανερό, πως αυτός ο τρομερός άνθρωπος δεν ήταν κανένα κούτσουρο απελέκητο, όπως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, από την επίδειξη της τόσης βαρβαρότητας. Αμέσως, ο Βολφ Λάρσεν έγινε ένα αίνιγμα για μένα. Η μια πλευρά του δεν ήταν καθόλου ακατανόητη: ένας λύκος της θάλασσας, άγριος και τραχύς, χωρίς αισθήματα. Ούτε η άλλη πλευρά του ήταν, από μόνη της αφύσικη: ένας καλλιεργημένος πλοίαρχος. Η συνύπαρξη όμως και των δύο πλευρών στον ίδιον άνθρωπο, καταντούσε ακατανόητη.
Είχα ήδη προσέξει, πως η ομιλία του έδειχνε άνθρωπο που ήξερε να εκφραστεί. Μιλώντας, φυσικά, σε τραχείς ναυτικούς και άξεστους κυνηγούς, χρησιμοποιούσε αναγκαστικά το λεξιλόγιό τους, αλλά η ομιλία του δεν περιοριζόταν αναγκαστικά στο λεξιλόγιο αυτό. Αυτή η πλευρά, πάντως, που ανακάλυπτα τώρα, μ’ ενθάρρυνε, να του μιλήσω για τα χρήματα που μου είχανε κλαπεί...

– Με λήστεψαν, του είπα, λίγο αργότερα, όταν τον βρήκα να βηματίζει πάνω – κάτω, μόνος του, στο κατάστρωμα.
– Κύριε, με διόρθωσε, όχι οργισμένα, αλλ’ αυστηρά.
– Με λήστεψαν, κύριε, έσπευσα να επανορθώσω.
– Πως συνέβηκε; ρώτησε.
Του είπα όλο το περιστατικό, πως τα ρούχα μου αφέθηκαν να στεγνώσουν στην κουζίνα και πως, αργότερα, κόντεψε ο μάγειρας να με δείρει, όταν του ανέφερα το γεγονός.
Χαμογέλασε, ακούγοντας τη διεκτραγώδηση του παθήματός μου.
– Τσιμπολογήματα, είπε. Ταχυδακτυλουργίες του Κούκου. Μα δε νομίζεις, πως η άθλια ζωή σου δεν αξίζει τούτα τα χρήματα; Ύστερα, πες πως ήταν τα δίδακτρα ενός μαθήματος. Θα μάθεις, τώρα, πως πρέπει να προστατεύεις μόνος σου τα λεφτά σου. Ως τώρα, τα χρήματα σου, υποθέτω, τα γνοιαζότανε ο δικηγόρος σου ή ο διαχειριστής σου;
Αισθανόμουν την ήρεμη ειρωνεία μέσα σε τούτα τα λόγια, μα είπα απλά:
– Πως θα πάρω τα λεφτά μου πίσω;
– Αυτό είναι δική σου υπόθεση. Εδώ, δεν έχεις μήτε τον δικηγόρο σου, μήτε τον διαχειριστή σου. Έτσι πρέπει να υπολογίζεις μόνο στις δυνάμεις σου. Όταν έχεις ένα δικό σου δολλάριο, μην το αφήνεις από το χέρι σου. Ένας άνθρωπος, που εγκαταλείπει τα χρήματα του δεξιά και αριστερά, του πρέπει και να τα χάσει. Ύστερα, δεν είσαι αναμάρτητος. Έβαλες σε πειρασμό τον ταλαίπωρο τον Κούκου. Και κείνος ενέδωσε στον πειρασμό. Έτσι, έβαλες σε κίνδυνο θανάσιμου αμαρτήματος την αθάνατή του ψυχή. Με την ευκαιρία, πες μου, πιστεύεις στην αθάνατη ψυχή του ανθρώπου;
Τα βλέφαρά του ανασηκώθηκαν ράθυμα, καθώς ξεστόμιζε τούτη την τελευταία ερώτηση και, για μια στιγμή, μου φάνηκε πως έβλεπα στο βλέμμα του να καθρεφτίζεται η ψυχή του. Αλλ’ ήταν πλάνη, οικτρή πλάνη. Κανένας άνθρωπος δεν είχε μπορέσει να δει τι γινόταν στην ψυχή του Βολφ Λάρσεν. Για τούτο είμαι απόλυτα πεπεισμένος. Ήτανε μια παντέρημη καρδιά, όπως θα το μάθαινα σε λίγο, που ποτέ δεν πετούσε τη μάσκα, που την έκρυβε, αν και μερικές φορές υποκρινόταν πως αποκάλυπτε, με ειλικρίνεια, το μυστικό της.
– Διαβάζω την αθανασία της ψυχής σου μέσα στα μάτια σου, του απάντησα, παραλείποντας ξεπίτηδες το «κύριε» – ένα πείραμα, τούτος ο ενικός, που νόμισα πως το επέτρεπε η τροπή της συζήτησης.
Δεν το παρατήρησε.
– Με αυτό, φαντάζομαι, εννοείς, πως βλέπεις κάτι, που τώρα είναι ζωντανό, μα δεν πρόκειται, αναγκαστικά, να ζει για πάντα.
– Διαβάζω περισσότερα απ’ αυτό, του είπα ξεθαρρεμένα.
– Τότε, διαβάζεις μόνο τη συνειδητότητα μιας ζωής, που ξέρει, που έχει συνείδηση, πως είναι ζωντανή, αλλά τίποτα παραπάνω. Μια ζωή που ξέρει, πως κάποτε, τερματίζεται.
Πόσο καθαρά σκέφτεται, συλλογίστηκα, και πόσο ξέρει σωστά να διατυπώνει τη σκέψη του! Από κει που με κοίταξε με περιέργεια, έστρεψε ξαφνικά το βλέμμα του πάνω από την συννεφιασμένη θάλασσα, προς το μέρος του ανέμου. Τα μάτια του σκεπάστηκαν από ένα αδιαπέραστο παραπέτασμα κ’ οι γραμμές γύρω από το στόμα του σκλήρυναν. Προφανώς βρισκόταν σε μια στιγμή απαισιοδοξίας.
– Και τότε, για ποιο σκοπό; με ρώτησε απότομα, γυρνώντας προς το μέρος μου. Αν είμαι αθάνατος, τότε προς τι;
Κοντοστάθηκα. Πως μπορούσα να εξηγήσω τις αρχές του ιδεαλισμού σ’ έναν τέτοιο άνθρωπο; Πώς να διατυπώσω κάτι τόσο ακαθόριστο, όσο είναι μια μουσική φράση, ένα ψιθύρισμα μέσα στα όνειρα, κάτι που θα μπορούσε υπερβατικά να τον πείσει;
– Τι πιστεύεις, τότε, εσύ; Τον αντίκοψα.
– Πιστεύω, πως η ζωή είναι ένα χάος, μου απάντησε αμέσως. Κάτι σαν το προζύμι, μια ζύμωση, κάτι που θα κινείται ή μπορεί ν’ αρχίσει να κινείται, σε μια στιγμή, ή σ’ έναν χρόνο, ή σ’ έναν αιώνα. Αλλά, μετά, θα’ ρθει το τέλος και τότε θα πάψει να κινείται. Τα μεγάλα πλάσματα θα τρώνε τα μικρά που κινούνται κ’ οι δυνατοί θα τρώνε τους αδύνατους. Έτσι θα συντηρήσουν τη δική τους δύναμη για λίγο παραπάνω. Οι τυχεροί τρώνε τα περισσότερα κ’ έτσι ζουν ακόμα λίγο παραπάνω, αυτό ειν’ όλο. Εσύ πως τα βλέπεις αυτά;
Έκανε μια πλατιά χειρονομία, δείχνοντας το πέλαγος και τους ναύτες που δούλευαν πάνω στο κατάστρωμα.
– Κοίτα, κινούνται· έτσι, ακριβώς όπως οι τσούχτρες. Κινούνται για να μπορέσουν να φάνε κ’ έτσι να εξακολουθήσουν να κινούνται. Να λοιπόν το μυστικό. Ζουν για το χατήρι της κοιλιάς τους, και η κοιλιά τους εργάζεται για το χατήρι της ζωής τους. Είναι ένας κύκλος. Ένας φαύλος κύκλος, γιατί δεν οδηγεί πουθενά. Το ίδιο και αυτοί, δεν πάνε πουθενά. Στο τέλος, αυτός ο κύκλος χάνει τις στροφές του και, κάποτε, σταματάει. Τότε, δεν κινούνται πια. Είναι νεκροί.
–Έχουν όνειρα, τον διέκοψα. Όμορφα, λαμπερά, αστραφτερά όνειρα …
– Για τη μάσσα, με αντίκοψε μονολεκτικά.
– Και για άλλα, έννοιά σου …
– Μάσσα. Για περισσότερη όρεξη και για περισσότερη τύχη, που θα τους επιτρέψει να ικανοποιήσουν την όρεξη τους αυτή. (Η φωνή του ήχησε σκληρότερη). Κοίτα, για παράδειγμα, τον εαυτό τους. Σκέφτονται να κάνουν τυχερά ταξίδια, που θα τους αποφέρουν περισσότερα χρήματα, να γίνουν δεύτεροι καπετάνιοι, να βρούνε κρυμμένους θησαυρούς – κοντολογής, να πετύχουν μια καλύτερη θέση για να εκμεταλλευτούν τους συνανθρώπους τους, να ‘χουν μέρα και νύχτα περισσότερες μάσσες, και κάποιος άλλος να κάνει τις χοντροδουλειές, εκείνες που θέλουν περίσσιο κόπο. Κ’ εσύ κ’ εγώ είμαστε ακριβώς όμοιοί τους. Εγώ τώρα τρέφομαι από αυτούς, τους τρώω, τους μασσάω. Και συ το ίδιο, έννοια σου. Μόνο που, στο παρελθόν, εσύ μάσσησες πολύ περισσότερους ανθρώπους απ’ ότι εγώ. Εσύ κοιμήθηκες, σε μαλακά κρεβάτια, φόρεσες όμορφα καλορραμένα ρούχα, γεύθηκες θαυμάσια φαγητά. Ποιος σου τα ‘στρωσε τούτα τα κρεβάτια, για να ξαπλώσεις; Ποιος σου φόρεσε τούτα τα ρούχα; Και τα γεύματα; Όχι εσύ ο ίδιος, φυσικά. Ποτέ δεν έφτιαξες τίποτα με τον δικό σου ιδρώτα. Έζησες με τα εισοδήματά σου, δηλαδή με τα λεφτά που κληρονόμησες από τον πατέρα σου. Είσαι σαν τον γλάρο, που πετάει πάνω από το ψαροκάϊκο και τρώει από τα ψάρια που άλλοι κοπίασαν να τα μαζέψουν. Ανήκεις και συ σε κείνη την τάξη των ανθρώπων, που μαζεύτηκαν και είπανε πως κάνουν μια κυβέρνηση, μια διοίκηση, δηλαδή, που ανακήρυξαν τον εαυτό τους κυρίαρχο πάνω στους άλλους ανθρώπους, που τρώνε μόνο αυτοί το φαΐ  εκείνο που και οι άλλοι θα ‘θελαν να τρώνε. Εσύ και οι όμοιοί σου φοράτε τα ζεστά, βολικά ρούχα. Εκείνοι, όμως, σας τα ‘φτιαξαν. Κι όμως, να που εκείνοι κυκλοφορούν με κουρέλια και τρέμουν στο κρύο. Εκείνοι είναι που πάνε και ζητιανεύουν από σένα, ή τον δικηγόρο σου, ή τον διαχειριστή σου, λίγη δουλειά.
– Μα αυτό δεν είναι το θέμα μας, φώναξα.   
– Καθόλου. (Η φωνή του τώρα ήταν ακόμη σκληρότερη, τα μάτια του άστραφταν, μιλούσε γοργά). Είναι υποκριτικό, αλλ’ αυτή είναι η ζωή. Τι να την κάνω, την αθάνατη ψυχή μου, σ’ έναν κόσμο με τόση υποκρισία; Ποιο είναι, λοιπόν, το τέρμα; Γιατί γίνονται ολ’ αυτά; Ποτέ σου δεν έχεις παράγει τα μέσα της διατροφής σου. Δεν έφτιαξες ούτε μιας μέρας φαΐ  για σένα, κι όμως είσαι καλοθρεμμένος. Το φαΐ που πετάς κάθε μέρα στα αποφάγια σου, θα μπορούσε να σώσει από την ασιτία ή τον λιμό δεκάδες ανθρώπους, που έφτιαξαν ακριβώς τούτα τα τρόφιμά σου, και που οι ίδιοι δεν τα γεύτηκαν ποτέ. Ποιο αθάνατο σκοπό εξυπηρετεί η ζωή σου; Γιατί εσύ να ‘σαι προνομιούχος, κι όχι κ’ εκείνοι; Κοίταξε, εμένα, εσένα. Τι σ’ ωφελεί η αθάνατη ψυχή σου, όταν σε βρίσκω μπροστά στον δρόμο μου και μου αντιστέκεσαι; Θέλησες να ξεμπαρκάρεις στην στεριά, επειδή εκεί ‘ναι ένα μέρος που σου πάει καλύτερα, επειδή εκεί περνάει η δική σου υποκρισία της ανισότητας. Εγώ, πάλι, επειδή έτσι μου κάπνισε, επειδή είχα ένα καπρίτσιο της στιγμής, σ’ εμπόδισα να πας πίσω, στη στεριά, και σε κράτησα σκλάβο μου σε τούτο το καράβι, όπου ισχύει η δική μου υποκρισία της ανισότητας. Και θα σε κρατήσω εδώ, όσο μου γουστάρει. Και ή θα σε κάνω να μου δουλεύεις σωστά, ή θα σε τσακίσω. Μπορεί και σήμερα ακόμα να πεθάνεις, αν το θελήσω. Μπορεί να μην αντέξεις, και να πεθάνεις μόνος σου σ’ ένα μήνα. Ακόμα και τώρα, μπορώ να σ’ αφήσω στον τόπο, με μια μου γροθιά. Γιατί είσαι ένας άθλιος, αδύνατος οργανισμός που μπορώ να σε λειώσω. Αλλά, αν είμαστε πράγματι αθάνατοι, ποιος είναι ο λόγος που τα κάνουμε όλα αυτά; Το να ‘ναι κανείς υποκριτής, όπως εσύ, όπως εγώ, το να φέρεσαι σαν το γουρούνι, δεν μου φαίνεται πως είναι ένας τρόπος συμπεριφοράς αντάξιος ενός πλάσματος, που θα ζήσει για πάντα, που θα είναι αθάνατο. Σε ξαναρωτώ: γιατί γίνονται όλα αυτά; Γιατί σε κατακράτησα, ας πούμε, στο καράβι μου;
– Επειδή είσαι δυνατώτερός μου σωματικά, κατάφερα να ψελλίσω.
– Γιατί είμαι δυνατώτερός σου; εξακολούθησε να ρωτάει. Μήπως γιατί είμαι ψηλότερος, γιατί είμαι ένα μεγαλύτερο κομμάτι πρωτοπλάσματος, ζυμαριού, από σένα; Λοιπόν; Δεν το βλέπεις; Δεν το βλέπεις;
– Αλλ’ αυτό είναι η απόλυτη απελπισία! Διαμαρτηρήθηκα.
– Συμφωνώ μαζί σου, μου είπε σοβαρεμένα. Αλλά τότε, γιατί κινείται το πρωτόπλασμα, γιατί όλη η ζωή να είναι κίνηση; Αν μέναμε ακίνητοι, αν δεν είμαστε κομμάτια της προζύμης, τότε δεν θα υπήρχε η απελπισία. Όμως – να η εξήγηση – θέλουμε να εξακολουθήσουμε να ζούμε και να κινούμαστε, αν και δεν έχουμε κανέναν λόγο γι’ αυτό, καμιά δικαιολογία, επειδή έτσι συμβαίνει να είναι η φύση της ίδιας της ζωής. Κίνηση, κίνηση, θέληση για κίνηση. Αν δεν υπήρχε αυτός ο λόγος, η ζωή θα απονεκρωνότανε. Επειδή έτσι συμβαίνει να έχουν τα πράγματα, μπορεί οι πιο χορτάτοι να ‘χουν και καλύτερα όνειρα και να ονειρεύονται την αθανασία, να ονειρεύονται πως είναι αθάνατοι. Η ζωή που βρίσκεται ζωντανή μέσα σου, θέλει να εξακολουθήσει να παραμένει ζωντανή, και, βέβαια, θέλει να ελπίζει πως θα παραμείνει ζωντανή για πάντα στους αιώνες των αιώνων. Για σκέψου τώρα! Αιώνια γουρουνίσια ζωή!
Απότομα, έκανε μεταβολή και βάδισε προς το μπρος μέρος του καραβιού. Σταμάτησε μετά από τρία βήματα και ξαναστράφηκε προς το μέρος μου.
– Αλήθεια, δεν μου είπες πόσα χρήματα σου έκλεψε ο Κούκου;
– Εκατόν ογδονταπέντε δολλάρια, κύριε, του είπα.
Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Ένα λεπτό αργότερα, τον άκουσα, καθώς άρχιζα να κατεβαίνω στη σκαλίτσα, για να στρώσω το τραπέζι για το δείπνο, που βλαστημούσε κ’ έβριζε τους ναύτες, για κάποιο παράπτωμα ή λάθος που θα είχανε κάνει.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΤΖΑΚ ΛΟΝΤΟΝ «Ο ΘΑΛΑΣΣΟΛΥΚΟΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ», 1985

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου