Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

24 Μαΐ 2015

ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΤΑ ΣΑΡΚΙΚΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΤΩΝ ΑΝΤΡΩΝ


Πάντα αναρωτιόταν κοιτάζοντας τους άντρες της ηλικίας του – το καταλαβαίνει μόνο τώρα –, με ποια να κάνουν έρωτα; Θα έπρεπε να έχουν έναν αρκετά μεγάλον αριθμό εξαιρετικών ευκαιριών, αν πίστευε τουλάχιστο τα μισόλογα, την αυτοπεποίθησή τους, την έμμεση περιφρόνηση για τα εύκολα κορίτσια. Του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το ότι η πλειοψηφία αυτών των αντρών, αμέσως μετά την ερωτική πράξη με μια ποθητή γυναίκα, τη θεωρούν σαν λάφυρό τους, κι όχι σαν μια ύπαρξη όμοια με αυτούς, με έναν κόσμο ενδιαφερόντων, επιθυμιών, προβληματισμών, ίδιο με το δικό τους, αλλά τη βλέπουν μονάχα σαν ένα κορμί που θα τους ικανοποιεί και πιστεύουν ότι είναι σχεδόν υποχρέωσή της να αποδέχεται αυτή την κατάσταση και εκπλήσσονται σαν να βρίσκονται μπροστά σ’ ένα παράλογο καπρίτσιο όταν εκείνη τους εναντιώνεται...

Αυτή ακριβώς η πεποίθηση τούς έδινε μια τεράστια δύναμη που τους βοηθούσε να τα καταφέρνουν με μια εντυπωσιακή άνεση. Και τον εντυπωσίαζε ίσως ακόμα περισσότερο, αυτόν που σε όλη του τη ζωή είχε πάντα συναντήσει την αδιαφορία ενώ τις λίγες φορές που είχε βρει το θάρρος είχε χτυπήσει πάνω σ’ έναν τοίχο υπεροψίας, τον εντυπωσίαζε λοιπόν, ότι οι ίδιες οι γυναίκες, με τους άλλους άντρες, αποδέχονταν αυτού του είδους τη φυλετική κατωτερότητα, να αντιμετωπίζονται δηλαδή απλά σαν σαρκικά αντικείμενα και να αφήνονται για μια δυο ώρες στην ηδονή σαν να ήταν ευχαριστημένες και περήφανες που κάποιος τις φλερτάριζε παρ’ ότι ήξεραν καλά ότι ο σκοπός του άντρα ήταν ένας και μοναδικός, κι όταν τον πετύχαινε θα τις πέταγε στην άκρη σαν κουρέλια, παρ’ ότι ήξεραν πολύ καλά ότι ο άντρας, με μια σκληρή αυθαιρεσία υποδαυλισμένη από μια πανάρχαιη παράδοση, όταν θα χόρταινε τις ορέξεις του θα τις περιφρονούσε και θα τις ονόμαζε πουτάνες.
Δεν κατόρθωνε να καταλάβει – κι εδώ η μνησικακία του γινόταν ένα με τη ζήλια του – γιατί οι γυναίκες παραδέχονταν μ’ αυτόν τον τρόπο, σιωπηλά, ότι ανήκαν σε μια κατώτερη ράτσα, ότι έπρεπε να επιτρέπουν να τους φέρονται σαν σκλάβες. Τώρα μόνο καταλάβαινε τη γυναικεία αντίδραση αν κατά τύχη αντιστρεφόταν η κανονική τάξη των πραγμάτων κι ήταν αυτός ο ερωτευμένος κι ήταν εκείνη αυτή που κυριαρχούσε, και τότε έμοιαζε λογικό κι αναπόφευκτο το ένστικτο για εκδίκηση, για να τον κάνει να υποστεί μέσα σε λίγο καιρό όλους τους εξευτελισμούς στους οποίους άλλοι άντρες την είχαν υποβάλει για πάρα πολλά χρόνια. Δεν ήταν όμως παράξενο και κωμικό που ο οίστρος αυτός του ήρθε στην τρυφερή ηλικία των πενήντα χρόνων;
Ναι, ναι το ήξερε, η μεγάλη πλειοψηφία των συνομιλήκων του είχε περάσει ήδη από την άλλη πλευρά, δεν σκεφτόταν πια τέτοια πράγματα κι αν ακόμα συνέχιζαν να κάνουν έρωτα το πράγμα δε δημιουργούσε προβλήματα. Ενώ αυτός όταν ήταν νέος δεν είχε πάρει ποτέ στα σοβαρά τον έρωτα όπως κάποιος που περνά μπροστά από μια εκπληκτική βιτρίνα χωρίς να την προσέξει και μόνον όταν βρίσκεται πια μακριά καταλαβαίνει πόσο ωραία πράγματα είχε μέσα και γυρίζει πίσω τρέχοντας, όταν φτάνει όμως σβήνουν τα φώτα και κατεβαίνουν τα ρολά. Ναι, δεν τον είχε πάρει ποτέ στα σοβαρά και τώρα πλήρωνε ακριβά με τη μεταμέλεια, με τη ζηλοφθονία, με τη θλιβερή σκέψη ότι δεν έχει πια χρόνο μπροστά του, με τη μοναξιά.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΝΤΙΝΟ ΜΠΟΥΤΖΑΤΙ «ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΑΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΣΤΑΡΤΗ», 1984

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου