Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

26 Οκτ 2016

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΑΤΑΦΥΓΙΑ ΤΗΣ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑΣ




Από καιρό σε καιρό έρχονται στο φως αρχαιολογικά ευρήματα που μαρτυρούν μια κάποια αναστολή της γενικής υποχώρησης του παγανισμού. Στη Ζοάρα, μια τοποθεσία ακριβώς νότια της Νεκρής Θάλασσας, ο Θεανδρίτης, ένας θεός που λατρευόταν άλλοτε από τον Πρόκλο και τον Ισίδωρο, αντικαταστάθηκε από τον Άγιο Γεώργιο, το 515. Λιθάρια χαραγμένα με αφιερώματα του έκπτωτου θεού ξαναχρησιμοποιήθηκαν στη νέα τοιχοποιία, και μια επιγραφή με ημερομηνία 22 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς υμνεί με λυρισμό τη μετατροπή του αρχαίου ναού σε εκκλησία:

Εκεί που παλιά φώλιαζαν οι δαίμονες τώρα κατοικεί ο Θεός˙ εκεί όπου κάποτε το σκοτάδι άπλωνε τα πέπλα του τώρα λάμπει το φως της σωτηρίας˙ άγγελοι χορεύουν εκεί που κάποτε γίνονταν θυσίες στα είδωλα...


Άλλοτε πάλι παρατηρεί κανείς ένα είδος συνύπαρξης των δύο θρησκειών, εκεί όπου οι Χριστιανοί αποτελούσαν μικρή μειονότητα, ή όταν ο θεός των Εθνικών προστατευόταν από τη λατρεία ισχυρών γειτόνων έξω από τα όρια της αυτοκρατορικής εξουσίας. Έχουμε το παράδειγμα του επισκόπου του Χαρράν, που θα πρέπει να ένιωθε κάπως μόνος στην πόλη του. Στην Ηλιούπολη (Μπααλμπέκ), στον περίβολο του κολοσσιαίου ναού του Διός βρισκόταν μια εκκλησία ήδη από τα χρόνια του Θεοδοσίου Α΄ (τέλη του 4ου αιώνα). Κι ωστόσο, μέχρι το 555 «κανείς δεν είχε μπορέσει να ατιμάσει» τον αρχαίο Βάαλ της Μπεκάα – ώσπου ένας κεραυνός προξένησε σοβαρές καταστροφές. «Ο ναός αυτός, κυρίως λόγω της μεγαλοπρέπειάς του, κρατούσε τους ειδωλολάτρες στην πλάνη τους», παραδεχόταν την εποχή εκείνη ο Ιωάννης Εφέσου.
Στο νησί των Φιλών στην Αίγυπτο, η παρουσία των χριστιανικών εκκλησιών δεν εμπόδισε τη λειτουργία του ναού της Ίσιδας. Μεταξύ 449 και 468, το τείχος που προστάτευε το νησί επιδιορθώθηκε από τον στρατιωτικό διοικητή της μεθορίου της Θηβαΐδος, ενώ ο επίσκοπος βοήθησε στη συλλογή και τη διαχείριση των χρηματικών πόρων. Όπως παρατήρησε ο Etienne Bernand, εκδότης της αρχαίας επιγραφής που αφορούσε στην κατασκευή του έργου, «αυτό που ενδιέφερε τον επίσκοπο Δανιήλ ήταν να οχυρώσει το νησί, όχι να εξορκίσει το ναό της Ίσιδας.»
Επιπλέον έχουν βρεθεί αφιερώματα (που ανήκουν στην ίδια εκείνη εποχή), μιας ιερατικής οικογένειας που υπηρετούσε το ναό, ίσως εκ μέρους των φοβερών Βλεμμύων. Οι Βλέμμυες (ένα Σουδανικό φύλο), σύμφωνα με την συνθήκη ειρήνης με τους Ρωμαίους του 451 – 452, έρχονταν κάθε χρόνο και παραλάμβαναν το άγαλμα της Ίσιδας για να το μεταφέρουν στον τόπο τους. Η θεά έδινε χρησμούς, και κατόπιν οι Βλέμμυες την επέστρεφαν στο ναό της, μέχρι την επόμενη χρονιά. Το 537 ο δούκας της Θηβαΐδος Ναρσής, ένας Περσο – αρμένιος στρατηγός που προσχώρησε στη Ρώμη, έκλεισε οριστικά τον ναό. Τα αγάλματα (Ίσις, Όσιρις και «Πρίαπος», δηλαδή μάλλον ο Μιν) στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, ενώ οι ιερείς ρίχτηκαν στη φυλακή.
Στην Αυγίλα (Awajidah) της Κυρηναϊκής, πολύ δυτικότερα από τη Σίβα, διατηρήθηκε ένα ιερό αφιερωμένο στον «Άμμωνα και τον Μέγα Αλέξανδρο» που φαίνεται ότι λειτουργούσε ακόμα επί Ιουστινιανού˙ ο τελευταίος υπερηφανεύτηκε ότι εξαφάνισε τη λατρεία, χτίζοντας μια εκκλησία και εγκαθιστώντας έναν επίσκοπο σ’ αυτήν τη μακρινή όαση. Σήμερα αναρωτιόμαστε ποιους θεούς μπορεί να λάτρευαν οι Βέρβεροι της Σαχάρας, 400 χιλιόμετρα νότια της Κυρήνης, τέσσερις μέρες πεζοπορία από το Βόρειον, ένα μικρό ιουδαϊκό οικισμό στην ακτή της Σύρτης, που ο αυταρχικός αυτοκράτορας εκχριστιάνισε στη διάρκεια της ίδιας εκστρατείας. Λάτρευαν πράγματι τον Μέγα Αλέξανδρο; Η τελευταία αυτή ενέργεια του Ιουστινιανού τον καθιέρωσε ως τον ιεραπόστολο που οι επιτυχίες του έφτασαν ως τα πέρατα του κατοικημένου κόσμου – της «οικουμένης»˙ και ήταν βέβαιο πως στην αντιπαράθεσή του με τη σκιά του μεγάλου κατακτητή, δεν μπορούσε παρά να κερδίσει σε γόητρο.  

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ PIERRE CHUVIN «ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΘΥΡΑΘΕΝ, 2003

PIERRE CHUVIN
Γεννήθηκε το 1943, και είναι καθηγητής της Κλασσικής Ελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Paris X Nanterre. Έχει υπηρετήσει ως διευθύνων σύμβουλος του Institute francais dEtudes sur lAsie centrale, που ιδρύθηκε στην Τασκένδη (1993 – 1998). Από το 2003 υπηρετεί ως διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου Ανατολικών Σπουδών George Dumezil που εδρεύει στην Κων/πολη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου