Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

25 Μαρ 2015

ΕΡΑΝΙΣΜΑΤΑ, ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ


1. Η φιλαυτία και η τάση εκμετάλλευσης των άλλων δεν περιορίζεται σ’ ορισμένο μόνο τμήμα της ανθρωπότητας. Με το να απομακρύνει κανείς μια κοινωνική τάξη, δεν απομακρύνει την αδικία, επειδή οι άνθρωποι γενικά και όχι μια ειδική τάξη ευθύνονται για την αδικία.
(Μπράουν: «Ε» και «Π» τεύχος 2, 1986)...


2. Έπρεπε να περάσω πολλά και να διαβάσω πολύ, για να καταλάβω πόσο μοναδικός και πόσο μοναχικός είναι ο δρόμος του επαναστάτη. Διάβασα κάπου πως σ’ ολόκληρο τον κόσμο μέσα στα τόσα εκατομμύρια δεν υπάρχουν δυο αγόρια ή δυο κορίτσια όμοια σαν δυο σταγόνες νερό. Το ίδιο συμβαίνει και με τους επαναστάτες. Ο καθένας κουβαλάει στη συμμετοχή του τα δικά του όνειρα τις δικές του αγάπες τον δικό του εαυτό το δικό του «μπορώ». Αλίμονο αν ήταν αλλιώς. Θα ήμασταν μηχανάκια ή αμοιβάδες. Και την ιστορία την πουτάνα έτσι τη γράφουνε και οι αστοί και οι κομμουνιστές: οριζόντια, επίπεδη. Μιλάνε για λαούς,  μιλάνε για μάζες, κανένας απ’ αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νοιώσει την ένταση, το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων, σ’ ένα μονάχα εικοσιτετράωρο από τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν και δεν κατάλαβαν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία. Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακατακτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία κάθετα, όχι για λαούς και για μάζες, αλλά για τον Παύλο, για την Ρηνιώ, για την Ελένη, για τον μαστρο – Στέφανο … τότε μονάχα οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η ιστορία, τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση «εκατό χιλιάδες νεκροί»  ή «βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια ασφάλεια». Τότε οι άνθρωποι θα ξέρουν τι θα πει φυλακή, τι σημαίνουν τα πολιτικά λάθη.
(Χρόνης Μίσσιος: Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς)

3. Γράφω. Γράφω ότι γράφω. Με βλέπω νοητά να γράφω ότι γράφω κι επίσης μπορώ να με δω που βλέπω ότι γράφω. Με θυμάμαι ήδη να γράφω και επίσης με βλέπω που έγραφα.
Και με βλέπω να θυμάμαι ότι με βλέπω να γράφω και με θυμάμαι βλέποντάς με να  θυμάμαι ότι έγραφα και γράφω βλέποντάς με να γράφω ότι θυμάμαι να με έχω δει να γράφω ότι με έβλεπα να γράφω ότι θυμόμουνα ότι με είχα δει να γράφω ότι έγραφα κι ότι έγραφα ότι γράφω ότι έγραφα.
Επίσης μπορώ να με φανταστώ να γράφω ότι ήδη είχα γράψει ότι θα με φανταζόμουνα να γράφω ότι είχα γράψει ότι με φανταζόμουνα να γράφω ότι με βλέπω να γράφω ότι γράφω.
(Σαλβαντόρ Ελιθόντο: Ο Γραφογράφος)

4. Γεννιόνταν, λέρωναν τα πανιά τους, έφτυναν το γάλα τους (του δίνω όσο μπορώ, ξέρετε), πάχαιναν (δείτε πόσο όμορφο είναι, καθαρίζοντάς του τα σάλια με τη σαλιάρα), μεγάλωναν, φτάνοντας στη μοναδική στιγμή, μια μαγική κι αληθινή στιγμή (ασυλλόγιστοι και ονειροπόλοι, τρελλοί) και μετά οι φίλοι, οι συμβουλές των μεγάλων και οι δασκαλίτσες τους μετέτρεπαν σ’ ένα σύμφυρμα υποκριτών (δεν πρέπει να λέτε ψέματα παιδιά, μην τρώτε τα νύχια σας, μη γράφετε κακά λόγια στους τοίχους, μη χάνετε τα μαθήματά σας), σ’ ένα σύμφυρμα ρεαλιστών, αριβιστών και φιλάργυρων (η αποταμίευση είναι η βάση της περιουσίας). Χωρίς να πάψουν ούτε στιγμή να τρώνε, να χέζουν και να βρωμίζουν ότι αγγίζουν. Μετά, τα επαγγέλματα, τα παντρολογήματα, τα παιδιά. Και πάλι το μικρό τέρας που έφτυνε το γάλα μπροστά στο εκστατικό βλέμμα του πρώην μικρού τέρατος, για να ξαναρχίσει η ίδια κωμωδία. Τσακωμοί για μια θέση στο λεωφορείο ή στη διοίκηση, φθόνος, κακολογίες, ικανοποίηση συναισθημάτων κατωτερότητας, βλέποντας να παρελαύνουν τα τανκς της πατρίδας (νοιώθει δυνατός ο νάνος).  
(Ερνέστο Σάμπατο: Αββαδών ο Εξολοθρευτής)

5. Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω είναι ότι η ύλη, σε προσδιοριστική μορφή από την επιστήμη, γίνεται εκρηκτική. Έτσι, το τέλος αυτού του κόσμου, όπου βρίσκομαι και ζω, συμπεριέχεται μέσα στον ίδιο τον κόσμο. Ένα τέλος αλλόκοτο, μέσα σ’ ένα παρανάλωμα φωτιάς. Μιας φωτιάς που, σε φυσιολογικές καταστάσεις, είναι κάτι σπάνιο, κι εκεί που υπάρχει ξεπετιέται αυθόρμητα. Αυτός ο κόσμος, που σε στιγμές άλλες – λόγου χάρη σε μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα – φαίνεται τόσο ήρεμος, τρυφερός και απατηλός στην πραγματικότητα κρύβει μέσα στην ίδια του την ύλη μια δαιμονιακή δύναμη καταστροφής. Είναι όμως κρυμμένη κι ολότελα αόρατη. Η αδυναμία μου, λοιπόν, να συλλάβω το ατομικό γεγονός δεν γεννιέται από τη δυσαναλογία μάζας και ενέργειας, αλλά από τη λαθεμένη ιδέα που έχουμε για μια πραγματικότητα φαινομενικά ευχάριστη, που μπορεί να μεταβληθεί μέσα σε μια στιγμή σε κόλαση. Να το πω πιο συγκεκριμένα: μ’ εντυπωσιάζει μια κάποια υποκρισία της ίδιας της φύσης που, ενώ φάνηκε ότι είχε υποταχτεί με χίλιους τρόπους στον άνθρωπο, τώρα ξαναβρίσκει, και μάλιστα σε πιο τρομερή μορφή, τον παλιό της ρόλο: του πιο ανελέητου εχθρού του ανθρώπου.
(Αλμπέρτο Μοράβια: Ο άνθρωπος που κοιτάζει)

6. Θα άξιζε να μας δείξει κάποτε μια μελέτη την ιστορική εξέλιξη των τρόπων που μηχανεύτηκε πάντοτε η εξουσία για να υποκαταστήσει με τον εντυπωσιασμό των συμβόλων και το συναισθηματισμό της μεγαλοπρέπειας την πολιτική κρίση και βούληση του λαού. Χρυσοστόλιστες στολές, σκήπτρα, διαδήματα, λαμπρές άμαξες, ως την σημερινή υποταγή του πολιτικού βίου στους διαφημιστικούς κανόνες του μάρκετινγκ – πανό, συνθήματα, πόλεμος μεγαφώνων, σημαιούλες, καπελάκια, φανελίτσες και φουλάρια με τα κομματικά σύμβολα. Σκέπτομαι ότι η πραγματική ανάληψη της εξουσίας από το λαό, η πραγματική αυτοδιοίκηση και αυτοδιαχείριση, θα πρέπει να σημαίνει και το τέλος των συμβόλων της εξουσίας το τέλος κάθε στολής. Στην αληθινά δημοκρατική κοινότητα, ο κάθε πολίτης που αναλαμβάνει μια ευθύνη εξουσίας δεν έχει ανάγκη από διακριτικά που να επιβάλλουν τον ρόλο του στους άλλους, αφού αυτός ο ρόλος του ανατίθεται από την κοινότητα και όλοι έχουν επίγνωση της σχετικότητάς του. Μου είναι αδύνατο να φανταστώ τον Περικλή της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας με στολή ή τον Παπαφλέσσα με διακριτικά συνταγματάρχη!
(Χρήστος Γιανναράς: Η κόκκινη πλατεία και ο θείος Αρθούρος)

7. Με δυο λόγια, το άτομο παύει να είναι ο εαυτός του. Υιοθετεί πέρα για πέρα το είδος της προσωπικότητας που του προσφέρουν τα πολιτιστικά πρότυπα. Και κατά συνέπεια γίνεται ακριβώς όπως οι άλλοι και όπως θα ήθελαν οι άλλοι να είναι. Οι διαφορές μεταξύ του «εγώ» και του κόσμου εξαφανίζονται και μαζί μ’ αυτό και ο συνειδητός φόβος της μοναξιάς και της αδυναμίας. Ο μηχανισμός αυτός μπορεί να συγκριθεί με την προστατευτική παραλλαγή (χρωματική προσαρμογή) που παίρνουν μερικά ζώα. Μοιάζουν τόσο με το περιβάλλον τους, ώστε είναι εξαιρετικά δύσκολο να διακριθούν. Το πρόσωπο που εγκαταλείπει το ατομικό του εγώ και γίνεται ένα αυτόματο ταυτόσημο με τα εκατομμύρια των αυτομάτων που το περιβάλλουν, δεν έχει πια ανάγκη να αισθάνεται μοναξιά και άγχος. Αλλά η τιμή που πληρώνει είναι ακριβή. Πρέπει να χάσει το εγώ του. Η απώλεια του εγώ και η αντικατάσταση του με το ψεύτικο εγώ οδηγεί το άτομο σε μια έντονη κατάσταση αβεβαιότητας. Καταθλίβεται από την αμφιβολία, αφού, όντας ουσιαστικά αντανάκλαση αυτού που οι άλλοι θα ήθελαν να είναι, έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό την ταυτότητά του. Για να υπερνικήσει τον πανικό που προκαλείται από μια τέτοια κατάσταση, είναι υποχρεωμένο να προσαρμοστεί, να αναζητήσει την ταυτότητά του με τη συνεχή επιδοκιμασία και αναγνώρισή του από τους άλλους. Μια και δεν ξέρει ποιος είναι, ξέρουν τουλάχιστον οι άλλοι, αν βέβαια ενεργεί σύμφωνα με τις προσδοκίες τους. Και εφόσον ξέρουν οι άλλοι, θα ξέρει κι αυτός, αν πιστεύει σ’ αυτό που λένε.   

(Ε. ΦΡΟΜ: Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου