Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

15 Φεβ 2017

ΤΑ «ΤΥΧΕΡΑ» ΚΑΙ ΟΙ ΚΛΗΡΙΚΟΙ


Υπάρχουν κάποια προβλήματα σε σχέση με τους γάμους, τις βαπτίσεις, τις κηδείες και όλες τις αγιαστικές εκκλησιαστικές πράξεις και τα σχετιζόμενα με αυτά «τυχερά». Συνήθως αυτό το θέμα αντιμετωπίζεται με τη στυγνή λογική της αγοράς και πολλοί κληρικοί αισχροκερδούν ασύστολα και πλουτίζουν από την εμπορεία της Θείας Χάριτος. Γιατί δεν είναι μόνο το ότι εισπράττουν χρήματα για να τελέσουν μια μυστηριακή ακολουθία, αλλά είναι και το πώς εισπράττουν τα χρήματα και το πώς τελούν την μυστηριακή ακολουθία. Και τα μεν χρήματα τα εισπράττουν σαν σαράφηδες ή εξαπατώντας εκείνους από τους οποίους τα εισπράττουν, για το κόστος τάχα ενός κληρικοσήμου και με διαπραγματεύσεις που θυμίζουν λαχαναγορά, τις δε μυστηριακές ακολουθίες τις τελούν κατά τρόπο εντελώς απρόσωπο και μηχανικό, μεταβάλλοντας το ναό σε θρησκευτικό εργοστάσιο παραγωγής πλαστικής θρησκευτικότητος...

Πως θα πρέπη όμως να αντιμετωπισθή το θέμα των «τυχερών;» Κανονικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο κληρικός παίρνει το μισθό του για το έργο που επιτελεί και δεν δικαιολογούνται οποιεσδήποτε άλλες συναλλαγές κατά την εκτέλεση αυτού του έργου. Κατ’ αρχήν είναι πολύ θλιβερό το ότι ο κληρικός έχει γίνει επισήμως μισθωτός και είναι και περήφανος γι’ αυτό, όταν ο Χριστός έχη σαφέστατα δηλώσει ότι, ο μισθωτός, «ουκ ών ποιμήν, ου ουκ εισί τα πρόβατα ίδια, θεωρεί τον λύκον ερχόμενον και αφίησι τα πρόβατα και φεύγει, και ο λύκος αρπάζει αυτά και σκορπίζει τα πρόβατα. Ο δε μισθωτός φεύγει, ότι μισθωτός εστί και ου μέλλει αυτώ περί των προβάτων». (Ιωάν. 10, 12 – 14). Θα έλεγε κανείς ότι ο Ιησούς Χριστός με αυτή τη διατύπωση περιγράφει με συγκλονιστική ενάργεια τη σημερινή μας κατάσταση. Είναι δε αξιοσημείωτο το γεγονός ότι αγνοούμε και ουδέποτε σχολιάζουμε αυτή την τόσο σαφή δήλωση του Χριστού. Τη συντήρηση του κληρικού θα πρέπη να την αναλαμβάνουν τα μέλη της εκκλησιαστικής του οικογένειας, εκφράζοντας έτσι την ευγνωμοσύνη τους και την αγάπη τους προς εκείνον που αφιερώνει σ’ αυτούς ένα μεγάλο μέρος του εαυτού του μοχθώντας για την πνευματική τους ανάπτυξη και προκοπή. Και εδώ ακριβώς είναι που περιπλέκεται το θέμα των «τυχερών». Γιατί, οι οικογένειες που σε μια κρίσιμη περίοδό τους εδέχθησαν τις υπηρεσίες και τη φροντίδα του ποιμένα τους, αισθάνονται συχνά ένα βαθύ χρέος απέναντί του και θέλουν να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους και τη στοργή τους με έναν χειροπιαστό τρόπο. Αυτό που τόσο εμπορικά αποκαλούμε «τυχερό» είναι γι’ αυτούς ένα δώρο αγάπης. Μπορεί να είναι μια άμεση απόρριψη γι’ αυτούς λοιπόν, όταν ο κληρικός σηκώνη τα χέρια σαν αστυφύλακας της τροχαίας και λέει «δεν δέχομαι χρήματα». Δεν το εννοούσαν έτσι. Είναι ευγενικό για τον κληρικό να το αποκρούση;
Μερικοί κληρικοί πιστεύουν ότι είναι φιλανθρωπότερο να αφήση ο κληρικός να εκφράσουν οι άνθρωποι με αυτόν τον τρόπο την ευχαρίστησή τους, παρά να μην τους επιτρέψη αυτή την έκφραση και έχουν καταλήξει σ’ αυτή την πεποίθηση όχι επειδή θέλουν να μαζεύουν χρήματα, αλλά επειδή πιστεύουν ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να υπηρετήσουν τους ανθρώπους.
Υπάρχουν και κάποιοι κληρικοί που αρνούνται εντελώς να δεχθούν χρήματα και προτείνουν σ’ αυτούς που τους τα προσφέρουν να τα ρίξουν στο παγκάρι.
Είναι δύσκολο και ίσως άσοφο να καθιερωθούν κανόνες γι’ αυτό το θέμα. Η αντιμετώπισή του με μια ξεκάθαρη ρύθμιση ίσως να φαίνεται ευκολώτερη, αλλά ταιριάζει περισσότερο στο λειτούργημα ενός πραγματικού ποιμένα να προσαρμόζεται στις συγκεκριμένες συνθήκες και να κάνη εκείνο που είναι καλύτερο για τους ανθρώπους σε κάθε συγκεκριμένη περίσταση. Πάντως γενικά θα μπορούσαμε να πούμε, ότι ο κληρικός θα πρέπη να θεωρή τον εαυτό του υπηρέτη της εκκλησιαστικής του κοινότητος, να προσφέρη τις υπηρεσίες του σε όλους, χωρίς να περιμένη κάποια ιδιαίτερη αμοιβή και όταν του προσφέρεται κάποιο δώρο να το δέχεται μέσα στο πνεύμα αυτών των αρχών.
Όσον αφορά στις ακολουθίες του γάμου, της βαπτίσεως, και της κηδείας θα έπρεπε να θεωρή αδιανόητη ο κληρικός την τέλεση οποιασδήποτε εξ αυτών χωρίς προηγούμενη επαφή με εκείνους που τη ζητούν. Οι απρόσωπες εκδηλώσεις δεν έχουν καμιά θέση στο χώρο της Εκκλησίας της οποίας αποτελούν μια πανηγυρική άρνηση.               

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ π. ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΦΑΡΟΥ «ΠΑΠΑΔΟΣΥΝΗΣ ΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΗ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΜΟΣ», 1994

ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΦΑΡΟΣ
Ο π. Φιλόθεος Φάρος γεννήθηκε το 1930 στον Πειραιά. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες, νομικά και θεολογία. Έγινε κληρικός το 1962 και συνέχισε σπουδές στην ποιμαντική ψυχολογία και την ποιμαντική συμβουλευτική στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης στις ΗΠΑ. Δίδαξε ποιμαντική ψυχολογία στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στη Βοστώνη και εργάσθηκε ως Pastoral Counselor και Family Therapy Supervisor στην πρότυπη ψυχιατρική θεραπευτική κοινότητα Human Resource Institute της Βοστώνης, όπου απέκτησε μια σημαντική ψυχοθεραπευτική εμπειρία κάνοντας ατομική και ομαδική ψυχοθεραπεία και κυρίως εργαζόμενος με οικογένειες και ζευγάρια. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα επεχείρησε να θέσει στην υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος την εμπειρία του, οργανώνοντας ένα πρόγραμμα ποιμαντικής κλινικής εξασκήσεως για κληρικούς σ' ένα νοσοκομείο της Αθήνας. Ταυτόχρονα οργάνωσε ένα κέντρο νεότητος για την Αρχιεπισκοπή Αθηνών, όπου καλλιεργείται και προάγεται η κοινοτική ζωή. Έχει γράψει πολλά άρθρα, μελέτες και δεκατρία βιβλία που διαπραγματεύονται άμεσα και καίρια για τη ζωή του ανθρώπου θέματα, όπως είναι το πένθος, ο γάμος, η ανατροφή των παιδιών, ο έρωτας κτλ.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΑΡΘΡΟΥ: ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΑΡΑΣΑΝΤΕΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου