Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

24 Ιαν 2016

ΤΟ ΚΑΘΑΡΟ ΒΛΕΜΜΑ ΝΑ ΑΝΤΙΚΡΙΖΕΙΣ ΤΟΝ ΑΛΛΟ


Στην ιστορία του Charles Williams συναντάμε ένα άλλο απόσπασμα, όπου το κορίτσι, που αποκαλείται Λέστερ, βρίσκεται δίπλα στον ποταμό Τάμεση. Τον βλέπει με τα άσαρκα μάτια της για πρώτη φορά! Για πρώτη φορά δεν νοιώθει απέχθεια στη θέα του. Παλιότερα, όταν κοίταζε τα νερά του ποταμού είχε πάντοτε ένα αίσθημα αηδίας: εκείνα τα μολυβένια, γλιτσιασμένα νερά, βαριά από τα απόβλητα της πόλης, της ήταν απεχθή, επειδή, λόγω της σωματικότητάς της, τα έβλεπε μονάχα μέσα από το ενδεχόμενο να τα πιει ή να πέσει μέσα τους!...

Όμως τώρα η Λέστερ είναι ελεύθερη από το σώμα της: δεν έχει σώμα, είναι μια ψυχή˙ δεν την κατατρέχει ο φόβος της επαφής με τα απεχθή νερά. Κι έτσι, απ’ τη στιγμή που δεν φοβάται πλέον την επαφή, τα νερά δεν την απωθούν πλέον. Όπως λέει ο συγγραφέας, «αντικρύζει τα νερά ως “γεγονός”», αλλά ως γεγονός που έχει εν εαυτώ πλήρη αρμονία. Είναι ένα γεγονός αρμονίας, διότι αυτά τα βρωμερά νερά που κουβαλούν αστικά απόβλητα είναι ακριβώς ό,τι θα ’πρεπε να είναι τα νερά αυτού του μεγάλου ποταμού που διασχίζει τη μεγάλη πόλη. Αντιστοιχούν ακριβώς στη φύση και την κλήση τους. Τη στιγμή που τα βλέπει ως θεμιτό γεγονός, ως γεγονός μπορεί να το αναλογιστεί έξω και πέρα από τον εαυτό της, αρχίζει να διακρίνει ό,τι δεν είχε δει ποτέ πριν.
Η εγγενής θολούρα αρχίζει να διαρρηγνύεται – μπαλώματα φωτός κάνουν την εμφάνισή τους στο νερό του ποταμού, και γίνονται ολοένα και λαμπρότερα. Όσο βαθύτερα πάει το βλέμμα της στα νερά, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί ότι παραπέρα, κοντά στο βυθό του ποταμού, υπάρχει ένα φως. Και ουσιαστικά, το βλέμμα της, αφού πρώτα πέρασε μέσα από θολές περιοχές που ολοένα ξεκαθάριζαν, και καθαρά μέρη που ολοένα και γίνονταν πιο διάφανα, κατόρθωσε να διακρίνει, στην καρδιά του ποταμού, με τα μάτια που ο θάνατος της έδωσε, τα αρχέγονα νερά, τα νερά που έπλασε ο Θεός στο πρώτο κεφάλαιο της Γένεσης. Και βαθύτερα ακόμη, πέρα από το φως τους, τα νερά της αποκάλυψαν και την κλήση τους: το νερό για το οποίο μίλησε ο Χριστός στη Σαμαρείτιδα.
Αυτή η διαδικασία είναι ακριβώς το αντίθετο απ’ αυτό που συμβαίνει συνήθως σε μας. Εμείς προχωράμε από τη διαύγεια στη θολούρα. Μια πρώτη γνωριμία μπορεί να μας αποκαλύψει ένα πρόσωπο μέσα στο φως. Και στη συνέχεια, με την κακή μας διαίσθηση, ή καλύτερα με την προοδευτική τυφλότητα που μας παρέχει ο εγωισμός, η ψυχρότητα, ο υπολογισμός, το γεγονός ότι σκεφτόμαστε καθετί μέσα από το πρίσμα του εαυτού μας, αρχίζουμε να διακρίνουμε ολοένα και πιο θολό το πρόσωπο αυτό.
Μόνο με μια πράξη πίστης μπορούμε να κατορθώσουμε να πούμε: «Ναι! Αυτό το πρόσωπο είναι υιός φωτός!». Το λέμε, αλλά πολύ συχνά δεν το βλέπουμε. Και γι’ αυτό μας είναι σχεδόν αδύνατο – και λέω «σχεδόν» για να μην είμαι αγενής – να δούμε το πρόσωπο του Χριστού στα πρόσωπα των γύρω μας. Αυτό είναι σημαντικό, διότι έχει γίνει της μόδας τώρα να ψάχνει κανείς το Θεό στο πρόσωπο του διπλανού του. Δεν είναι μια μόδα νέα – οι πατέρες της ερήμου, του τρίτου και τέταρτου αιώνα, έλεγαν : «Είδες τον αδελφό σου; Είδες τον Θεό σου». Όμως εκείνοι Τον έβλεπαν, ενώ εμείς μονάχα το λέμε!
Είναι αλήθεια πως προκειμένου να δούμε τα χαρακτηριστικά του Χριστού στο πρόσωπο του διπλανού μας (που κάποιες φορές είναι πολύ δύσκολο να το διαβάσει κανείς), θα πρέπει να έχουμε μέσα μας το όραμα του Χριστού, ώστε να είμαστε ικανοί να το προβάλουμε πάνω τους. Τότε βλέπουμε, υπό το φως αυτών των θείων χαρακτηριστικών, ότι ακόμα και μέσα σ’ αυτό το πορτρέτο, που ενίοτε είναι τόσο αποκρουστικό, μπορούμε να συλλάβουμε εκ νέου τα χαρακτηριστικά της δικής Του εικόνας. Δεν αναφέρομαι σε στιγμιαία ασχήμια, σε επιφανειακό κακό, αλλά σε μια βαθιά κακία που έχει μεγαλύτερη σημασία απ’ όσα κάνει κανείς, μια κακία που διαβρώνει τον άνθρωπο που τη διαπράττει και τον κάνει να χάνει την αίσθηση του αγαθού και την αίσθηση του τι είναι εντός του φωτεινό – τέτοιους ανθρώπους συναντά κανείς παντού, ακόμα και στις Εκκλησίες.
Κι έτσι, σ’ αυτό το σημείο είναι απολύτως απαραίτητο να είναι κανείς ικανός να αναγνωρίζει τα φωτεινά μέρη μέσα στα θολά, και να διαβλέπει μέσα στα χαρακτηριστικά του πορτρέτου, που έχουν δουλευτεί από γενιά σε γενιά από την κληρονομικότητα του ανθρώπου, τη συμμορφία που έχουμε με τον Θεό, την εικόνα Του.
Πρέπει να αναγνωρίζουμε στον άλλο, πίσω από την παχύτητα της υλικότητας που «βγάζει μάτι», το στοιχείο εκείνο που μας υπερβαίνει. Ο τριγύρω μας κόσμος, συμπεριλαμβανομένου και του διπλανού μας, στο βαθμό που μας λείπει αυτή η διαίσθηση, αυτή η ενόραση στα βάθη, φαντάζει στα μάτια μας σαν μια αδιαφανής μάζα. Αυτή η μάζα, αυτοί οι όγκοι που μας περιβάλλουν και με τους οποίους συγκρουόμαστε χωρίς ποτέ να συναντιόμαστε – διότι το να συναντάς κάποιον σημαίνει να τον κοιτάζεις πρόσωπο προς πρόσωπο στο βάθος του – ανήκουν στον υλικό κόσμο, στον οποίο εμείς αυτονόητα αρνούμαστε το βάθος.
Ο υλικός κόσμος έχει παχύτητα: δεν έχει εσωτερικότητα. Ελπίζω να μην γίνει πολύ περίπλοκος ο λόγος μου, αν πω ότι αν επιχειρήσετε να διαπεράσετε με το βλέμμα σας μια γυάλινη σφαίρα, το μακρύτερο που μπορείτε να φτάσετε είναι το κέντρο της: είναι το απώτατο σημείο, το οποίο δεν μπορείτε να υπερβείτε – δεν υπάρχει άλλο βάθος πέρα από αυτό. Αν προχωρήσετε περισσότερο, βγαίνετε πάλι έξω στην άλλη πλευρά της επιφάνειας.
Όμως όλα τα αντικείμενα, ακόμα και ο διπλανός μας, δεν είναι παρά μια πυκνότητα, μια παχύτητα, μια βεβαρυμένη παρουσία, αν δεν ανακαλύψουμε εντός τους κάτι περισσότερο, που μας αποκαλύπτεται από το Άγιο Πνεύμα, με τη χάρη του Οποίου ο ψαλμός λέει: «Η καρδιά του ανθρώπου είναι βαθιά». Δεν πρόκειται για την καρδιά ως σάρκα, ούτε για ένα μετρήσιμο βάθος˙ πρόκειται για την αιωνιότητα, δηλαδή για το γεγονός πως η καρδιά του ανθρώπου δεν μπορεί να βυθομετρηθεί, αφού μας ξανοίγει στα βάθη του Θεού.           

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ANTONY BLOOM «ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΗΤΑ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΕΝ ΠΛΩ», 2011

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΑΡΘΡΟΥ: ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΑΡΑΣΑΝΤΕΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου