Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

3 Ιουν 2015

ΑΓΑΠΑΜΕ ΤΕΛΙΚΑ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ Ή ΜΟΝΟ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ;


Το αεροπλάνο είχε είκοσι λεπτά καθυστέρηση.
Σήμερα είναι μια παγωμένη ξαστεριά. Πρώτη φορά δε φοβάμαι καθόλου την πτήση. Πίνω μονορούφι τον καυτό καφέ και διαβάζω τις οδηγίες για την περίπτωση προσθαλάσσωσης. Το έντυπο δείχνει έναν άντρα σε μια σωσίβια βάρκα να φορά το δικό του σωσίβιο στο λαιμό, να χαμογελά και με το ένα χέρι να κρατά κάποιο ποτήρι με ποτό που δείχνει να απολαμβάνει.
Το αεροπλάνο ανεβοκατεβαίνει. Υπάρχουν κενά, λες και περνάμε αγροτικό δρόμο με λακκούβες, σε λίγο ηρεμεί...

Στο λεωφορείο που πηγαίνει από το αεροδρόμιο στην πόλη, κάθομαι πάλι στο ίδιο τελευταίο κάθισμα. Στο ίδιο που καθόμουν χθες για την αντίστροφη διαδρομή. Είναι πολύ πρωί ακόμα. Στο σπίτι θα κοιμούνται βαθιά και ήσυχα. Δε θυμάμαι ούτε χρώματα ούτε ήχους έξω από το παράθυρο που κυλά πλάι στα χωράφια. Μια ταινία μαυρόασπρη μόνο, χωρίς μουσική, χωρίς πλοκή, εικόνες χωραφιών μόνο, της θάλασσας στο βάθος. Τηλεγραφόξυλα, δυο ποδήλατα, ένα μικρό σπίτι με κλειστά παραθυρόφυλλα. Κι εγώ, ένας θεατής που το ξέρει πως δεν έχει να περιμένει πλοκή, αυτές οι εικόνες και μόνο είναι το θέμα.
Είμαι κουρνιασμένη στο κάθισμα.
Ο εαυτός μου κι εγώ ολομόναχοι. Γέρικο κουρασμένο ζευγάρι που απόκαμε να αγαπιέται, απόκαμε να μισιέται και ζει ο ένας στη σκιά του άλλου. Χωρίς να κοιτιούνται, χωρίς να συζητούν, αυτή η ασφάλεια της σκιάς του άλλου τους αρκεί και είναι ό,τι τελικά κατάντησαν να υπολογίζουν.
Ο Γλαύκος Γρηγορίου δεν είναι πια μαζί μου. Μήνες τώρα, αιώνες θα ‘λεγα, έζησα μ’ αυτόν, απ’ αυτόν και γι’ αυτόν. Τώρα δεν είναι πια μαζί μου. Αποκόπηκε βίαια και απομακρύνθηκε. Έγινε ένα σκούρο σημάδι σ’ έναν απέραντο, μονότονο ορίζοντα· σημάδι σαν έντομο, σαν κρούστα πληγής, σαν άγονος λιόσπορος.
Είναι νίκη ή ήττα αυτή η απομάκρυνση; Ποιος μπορεί εύκολα να ξέρει τι είναι ακριβώς η νίκη και τι η ήττα, και πόσο διαφέρουν;
Ο Γλαύκος Γρηγορίου δεν υπάρχει.
Υπήρξε μόνο μέσα μου και τώρα πια ούτε μέσα μου, ομοίωμα πόθου από σωρευμένη στάχτη που δε μου αρκούσε να κοιτάζω από μακριά. Όρμησα να το αρπάξω και σκορπίστηκε, στάχτη νεκρού στους τέσσερις ανέμους.
Αγαπάμε τελικά τα πρόσωπα ή μόνο τον έρωτα αγαπάμε; Αγαπάμε αυτό που μας δίνουν ή αυτό που περιμένουμε να μας δώσουν; Τη μορφή τους πόσο αγαπάμε και πόσο τη μεταμόρφωση που σχολαστικά τους επεξεργαζόμαστε;
Κι αυτό που περιμένουμε πόσο αντέχει να ελπίζει;
Αντέχει!
Κι εγώ δεν ξέρω αν είναι ευλογία ή κατάρα η αντοχή τούτη. Κι εγώ δεν ξέρω τι αξίζει πιο πολύ, η ειρήνη ή η αγωνία της ψυχής μας.
Ο εαυτός μου κι εγώ γυρνάμε λοιπόν πίσω. Στο σπίτι! Η μοιχεία μου τέλειωσε εδώ. Κανείς δε θα μάθει ποτέ τίποτα. Η σιωπή της εμπιστοσύνης τους της ακλόνητης, ο ήσυχος ύπνος τους, η ευθεία ματιά της καθημερινότητάς τους, που σε τίποτα δε θα αλλάξει, ήδη με σκοτώνουν και θα με σκοτώνουν.
Καλύτερα να το μάθαιναν, να γινόταν φασαρία, σκάνδαλο, επεισόδια. Σπυρί που αιμορράγησε, πέταξε έξω το κεντρί και γλίτωσε.
Αυτή η έλλειψη τιμωρίας μου θα με βασανίσει. Το ξέρω. Η τιμωρία τους θα μ’ έσωζε απ’ τα νύχια του εαυτού μου, θα με ξεκούραζε. Θ’ αναλάμβαναν οι άλλοι την ποινή μου κι εγώ θ’ ακουμπούσα την ευθύνη της απάτης μου πάνω τους και θ’ αφηνόμουν.
Όσο πιο σκληρά με τιμωρούσαν τόσο θα ξεκουραζόμουν. Στο τέλος, θα μ’ έπιανε και το παράπονο πως με αδικούν, πως παραείναι σκληροί μαζί μου, θα λυπόμουν τον εαυτό μου στο τέλος, θα συμφιλιωνόμουν μαζί του και θα συμμαχούσα μπροστά στη σκληρότητα των τιμωρών μου. Όμως όχι, ούτε αυτή η ευκολία δε μου δόθηκε. Σε λίγο, το νιώθω, αυτή η κουρασμένη ανακωχή μας, του γέρικου ζευγαριού, θα πάψει, θα στέκομαι πάλι μόνη μου ενώπιος ενωπίω μ’ όλη την εικόνα του εαυτού μου απλωμένη μπροστά του. Θλιβερή εικόνα ή επιπόλαια, ή ανέντιμη, ή γελοία, ή δεν ξέρω πια να προβλέψω τι. Γυρίζω στο σπίτι.
Ένα ταξί μ’ αφήνει με τη βαλίτσα μου μπρος απ’ την καγκελόπορτα. Τη σπρώχνω και τρίζει. Το μονοπάτι έχει πάλι γεμίσει ξερόκλαδα. Τα παραθυρόφυλλα είναι κλειστά.
Είναι πολύ πρωί ακόμα. Κοιμούνται.
Ανοίγω την πόρτα. Ησυχία.
Είμαι στο χολ.
Ακουμπώ τη βαλίτσα κάτω. Στέκομαι ίσια σε μια μαύρη πλάκα, σαν πιόνι.
«Είσαι η βασίλισσά μου!» έλεγε ο Πέτρος.
Το χολ μας έχει μαυρόασπρες μεγάλες πλάκες.
Το χολ μας μοιάζει με σκακιέρα.  

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΜΑΡΩ ΒΑΜΒΟΥΝΑΚΗ «ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΜΟΙΧΕΙΑΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΨΥΧΟΓΙΟΣ», 2010

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΑΡΘΡΟΥ: ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΑΡΑΣΑΝΤΕΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου