Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

21 Ιουν 2015

ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΙΧΕΣ ΕΠΙΜΕΙΝΕΙ!


Συναντιούνται τυχαία βγαίνοντας από το θέατρο. Έχουν βαρύνει κατά τριάντα χρόνια και κατά πενήντα κιλά αλλά είναι αρκετά κομψοί ώστε να προσποιηθούν πως δεν τους εντυπωσιάζει η παρακμή τους. Από την εποχή που ζούσαν μαζί διατηρούν ακόμη τη φωνή και το βλέμμα, και ανακτούν αμέσως την επιθυμία να μάθουν πράγματα ο ένας για τον άλλο, αντιπαρερχόμενοι την ένταση εκείνης της εποχής, τότε που, μετά από μια ευτυχισμένη περίοδο που όμοιά της δεν ξανάζησαν, χώρισαν...

Η συζήτηση ξαναζωντανεύει τις αναμνήσεις και καταλήγουν να μιλήσουν για την τελευταία μέρα που πέρασαν μαζί, τότε που, ανάβοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, εκείνη του είχε πει πως δεν τον αγαπούσε. Τώρα, πολύ κοντά στο θέατρο όπου μόλις είδαν ένα θίασο νεαρών ηθοποιών να θριαμβεύει, αντιλαμβάνονται πως υπάρχουν συναισθήματα που μπορεί να καυτηριάσει κανείς αλλά όχι και να εξαφανίσει.
Επιδεικνύουν μια τρυφερή εγκαρδιότητα, η οποία, αν ήταν συναισθηματίες, θα τους συγκινούσε. Εκείνος της θυμίζει το χρώμα που είχαν οι βαλίτσες και την τόσο θλιβερή στιγμή που της επέστρεψε τα κλειδιά. Κατεβάζοντας λίγο το βλέμμα της, εκείνη του λέει: «έπρεπε να είχες επιμείνει». Εκείνος ακούει το σχόλιο δίχως να αντιδράσει. Στέκεται όρθιος, με το γιακά του παλτού ανασηκωμένο και τα χέρια στις τσέπες, αν και αμέσως αισθάνεται την ανάγκη να αλλάξει την τροπή που έχει πάρει η συζήτηση και, με επιδεξιότητα, καταφέρνει να μιλήσουν για όσα έχουν κάνει, για τα παιδιά που απέκτησαν (και έχασαν) και για τα επαγγέλματα που τους κρατούν απασχολημένους. Τη στιγμή που αποχαιρετιούνται υπόσχονται ότι θα ξαναϊδωθούν, ξέρουν ότι είναι κάτι που δεν θα τηρήσουν.
Εκείνη γιατί δεν είναι θιασώτης ούτε των συναντήσεων με παλαιούς συμμαθητές, ούτε των ευκαιριακών εξόδων για δείπνο με κάποιον από τους πρώην της. Εκείνος γιατί αισθάνεται αμήχανος και λίγο πληγωμένος. Έπρεπε να είχες επιμείνει. Πώς να επιμείνεις όταν σου λένε ότι δεν σε αγαπούν; Μα, και βέβαια είχε σκεφτεί να μην υποταχθεί στο προφανές και να ακολουθήσει τις συμβουλές ορισμένων κοινών φίλων που του έλεγαν πως ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο και πως έπρεπε να παλέψει για να την ξανακερδίσει.
Αλλά, στο τέλος, επέλεξε την απόλυτη απομάκρυνση, σαν να είχε ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων και να είχε αλλάξει ζωή, όνομα, επάγγελμα, πόλη. Να παλέψει; Μα, τι ήθελε; Να μπει ξημερώματα από το παράθυρό της ως φτηνή απομίμηση του Ρωμαίου; Ή να μεταμφιεστεί σε κιθαρωδό που μπαίνει μπροστάρης σε καντάδα; Μήπως να προσλάμβανε κανέναν αεροπόρο – ακροβάτη για να σχεδιάσει στον ουρανό μια γλυκανάλατη φράση; Όλα αυτά τα ειδικά εφέ τού φαίνονταν ότι αρμόζουν σε εκείνους που, λόγω εγωϊσμού και υπερηφάνειας, δεν σέβονται την κυριολεξία ενός – πιο ξεκάθαρο δεν γινόταν – «Δεν σε αγαπάω».
Όρθιος στο πεζοδρόμιο, περιμένει να αλλάξει το χρώμα στο φανάρι. Δεν θυμάται πλέον την προσπάθεια των νεαρών ηθοποιών επί σκηνής, ούτε το γεμάτο ικανοποίηση βλέμμα που αντάλλαξαν τη στιγμή που το κοινό τούς χειροκροτούσε με ενθουσιασμό. Και τον θλίβει που αντιλαμβάνεται πόσο κοντά θα μπορούσαν να είχαν έρθει ο ένας στον άλλο, αλλά είναι επίσης της γνώμης πως όταν σου λένε ότι μια ιστορία τελείωσε, είναι σημαντικό να μην επιμείνεις, να μην παλέψεις, και να της βάλεις, με όσον το δυνατόν πιο αξιοπρεπή και γρήγορο τρόπο, τελεία.  

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΣΕΡΖΙ ΠΑΜΙΕΣ, ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ», ΤΕΥΧΟΣ 189 – 190

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΑΡΘΡΟΥ: ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΑΡΑΣΑΝΤΕΣ

1 σχόλιο:

  1. Πολύ ωραίο άρθρο.
    Γεμάτο εικόνες. Μόλις αρχίσεις να διαβάζεις, δεν σταματάς, σε παίρνει μαζί του. Μπράβο! Πολύ καλό. Καιρό είχα να διαβάσω κάτι τόσο όμορφο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή