Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

26 Μαρ 2017

Η ΔΙΑΠΟΜΠΕΥΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΙΩΣ


Η Ελένη παρακολούθησε τη διαπόμπευση της Φιλιώς με την πλάτη κολλημένη στην εσοχή του παραθύρου, σχεδόν κρυμμένη, τρέμοντας από την ταραχή, δαγκώνοντας το μαντίλι της από την αγωνία. Ήθελε να τρέξει να βοηθήσει τη φιλενάδα της, αλλά τα πόδια της κομμένα από το φόβο, το σώμα της σακί βαρύ, ακούνητο, δεν έλεγε να την αφήσει. Ένιωσε τη διαπόμπευση σαν να ’τανε δικιά της. Ν’ απαξιώνεται και να εξευτελίζεται η ίδια...

Είδε το μένος, το μίσος το τυφλό, την αναντρία, πώς άνθρωποι μπορούσαν να αποτελειώσουν συνάνθρωπό τους. Ποιο φταίξιμο άραγε ήτανε αυτό που μεταμόρφωνε τους συγχωριανούς της από ανθρώπους ήρεμους, καλοσυνάτους, γενναιόδωρους, φιλόξενους, σε ανήμερα θεριά, έτοιμα να πάρουν ακόμα και τη ζωή μιας χριστιανής ταλαίπωρης, αδύναμης σαν τη Φιλιώ στα δεκαεννιά της χρόνια. Ώρες μετά έμαθε απ’ τη μάνα της την κατηγόρια. Πως είχε πιασίματα με παντρεμένο από τον κάτω μαχαλά, αλήθεια – ψέματα δεν έβαζε το χέρι της στο Ευαγγέλιο. Πως το αμάρτημα αυτό ήταν το πιο βαρύ απ’ όλα τα αμαρτήματα τιμής, αμάρτημα ακόμα πιο βαρύ κι από το φόνο. Η Ελένη μήτε και τότε μπόρεσε να δικαιολογήσει ή να δεχθεί την τιμωρία εκείνη. Ακόμη περισσότερο άμα σκεφτόταν πως κι η μάνα της είχε αμφιβολίες αν πράγματι στεκότανε η κατηγόρια.
Στη βδομάδα πάνω άρχιζε η τέταρτη νηστεία της χρονιάς. Η κυρά – Βαγγέλαινα με τη μάνα της και τις δυο της θυγατέρες πλύθηκαν, λούστηκαν και πήγαν στον παπά να εξομολογηθούν, όπως επέβαλλαν οι κανόνες της εκκλησίας και όχι μόνο δυο μέρες πριν την κοινωνία, όπως συνηθιζόταν. Η Ελένη σαν ήρθε η σειρά της είπε στον πνευματικό ό, τι ανώδυνο είχε να πει και έφτασε στο τελευταίο. Δίχως δισταγμό εξομολογήθηκε ότι είχε υποπέσει σε ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Τα ’χασε στην αρχή ο πνευματικός, δεν πίστευε στ’ αυτιά του πως του Ευάγγελου η θυγατέρα η μεγάλη μπορούσε να ’χε αμαρτήσει. Κι όταν έκπληκτος τη ρώτησε ποιο ήταν το θανάσιμο αμάρτημά της, εκείνη απάντησε: «Η οργή». Η οργή γι’ αυτά που είχε δει να κάνουν οι συγχωριανοί της στη Φιλιώ. Είπε τη γνώμη της, φούντωσε πάλι.
Ο πνευματικός την άκουσε δίχως να τη διακόψει, την άφησε να τελειώσει και με ήρεμη φωνή την επιτίμησε για το παράπτωμά της. Η Ελένη κοκκίνισε, μα κατάφερε σχεδόν ψελλίζοντας να ρωτήσει τον πνευματικό, μην τολμώντας το βλέμμα της να υψώσει, τι λέγαν τα ιερά βιβλία για το παράπτωμα της Φιλιώς, που άλλωστε δεν ήταν καν σίγουρο αν το είχε διαπράξει. Ο πνευματικός δίστασε για μια στιγμή. Στη συνέχεια έσυρε από το αναλόγιο το εξομολογητάριο του μοναχού Νικόδημου, που είχε συλλέξει από τις Θείες Γραφές τα Δόγματα και τους Ιερούς Κανόνες, ό, τι υπήρχε καταγραμμένο για την εξομολόγηση, τις αμαρτίες, τις επιβαλλόμενες κυρώσεις, τη μετάνοια.
Το εξομολογητάριο εκείνο από τις αρχές της δεκαετίας του ’40 που πρωτοεκδόθηκε στη Βενετία, είχε γίνει αχώριστος σύντροφος και οδηγός κάθε πνευματικού πατέρα. Δε δυσκολεύτηκε να βρει το δέκατο τρίτο κανόνα του Ιωάννη του Νηστευτή και να της απαντήσει πως το επιτίμιο για τον μοιχό ορίζεται σε αποχή από τη Θεία Κοινωνία επί τρία χρόνια, ξηροφαγία επί εννέα μέρες και διακόσιες πενήντα γονυκλισίες κάθε μέρα από αυτές. Διαβάζοντας πιο κάτω ομολόγησε πως ο Βασίλειος και ο Νίσσης επέβαλλαν μεν μεγαλύτερη αποχή από τη Θεία Κοινωνία, μα πως ο Ιωάννης ο Νηστευτής θεώρησε υπερβολικό το επιτίμιο για κάποιον που μετανοεί ειλικρινά και περιόρισε, πριν τρεις αιώνες, τη στέρηση της Θείας Μετάληψης σε τρία χρόνια.
Σήκωσε τη ματιά του από το εξομολογητάριο και προτού προλάβει καν να σχολιάσει, η Ελένη πήρε βαθιά ανάσα και ξαναρώτησε: «Πάτερ μου, λένε κάτι τα βιβλία πουθενά για τη διαπόμπευση;» Ο πνευματικός σιώπησε, ξεροκατάπιε και με χαμηλή φωνή απήντησε: «Όχι, δε λένε». Η Ελένη μάζεψε τότε όλα τα θάρρετά της, έπιασε και έσφιξε με το δεξί της χέρι τον καρπό του αριστερού της για να πάρει δύναμη, σήκωσε για πρώτη φορά το βλέμμα της στον πνευματικό επάνω, ψηλά κατάματα και με σιγανή, αργή, καθαρή φωνή, ώστε να μη χρειαστεί να τα επαναλάβει, ρώτησε: «Τότε πως αφήνετε να γίνονται τέτοια πράγματα στο ποίμνιό σας;» Ο πνευματικός τα ’χασε από το θράσος της Ελένης, με την ερώτηση την ίδια. Έκδηλα ενοχλημένος αφού σκέφτηκε για λίγο της αποκρίθηκε με ύφος που μπορεί να έκρυβε και απειλή: «Ελένη, σε συλλαμβάνω μπροστά μου να κάνεις λογισμούς αργούς και μάταιους. Είναι κι αυτό αμαρτία. Διολισθαίνεις σε μετεωρισμούς και σε διαλογισμούς από αργίας του νου, μη ασχολουμένου περί τα αναγκαία και μάλιστα αφήνεις θεληματικώς το νου σου να ξετρέχει.». Δεν της άφησε άλλα περιθώρια και ψιθυρίζοντας μια ευχή ανάμεσα στα χείλη του, της έδειξε τη θύρα της εκκλησιάς, γιατί περίμεναν κι άλλοι πιστοί για να εξομολογηθούνε.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΘΕΜΕΛΗ «Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ, ΕΞΗΚΟΣΤΗ ΕΚΔΟΣΗ,  2000     

ΝΙΚΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ
Ο Νίκος Θέμελης (1947 - 2011) ήταν Έλληνας συγγραφέας και πολιτικός. Τιμήθηκε με αρκετά βραβεία, μεταξύ των οποίων, το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (2001), το Βραβείο του λογοτεχνικού περιοδικού «Διαβάζω» για το μυθιστόρημά του «Η Ανατροπή» και το βραβείο Πρωτοποριακής Δημιουργίας - Γιάννος Κρανιδιώτης (2009).


ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΑΡΘΡΟΥ: ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΤΣΙΛΙΚΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου