Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

27 Ιουλ 2016

Ο ΣΑΤΑΝΑΣ ΣΤΕΦΕΤΑΙ ΘΕΟΣ!


Και ο Σατανάς στέφθηκε Θεός. Στριμωγμένοι πάνω στα αστραπόβολα τείχη της ουράνιας Ιερουσαλήμ, απόστολοι, ποντίφικες, παρθένοι, μάρτυρες, ομολογητές, όλος ο λαός των εκλεκτών που κατά τη διάρκεια της άγριας μάχης ζούσε μέσα σε μια ηδονική μακαριότητα, απολάμβανε με άπειρη αγαλλίαση το θέαμα της στέψης. Οι εκλεκτοί δέχτηκαν μ’ ενθουσιασμό την πτώση του Υψίστου και την άνοδο του Σατανά στο Θρόνο του Κυρίου. Έχοντας συμμορφωθεί στη θέληση του Θεού που τους είχε απαγορέψει τον πόνο, τραγούδησαν τους πατροπαράδοτους ύμνους δοξολογώντας τον καινούριο Κύριο...

Και ο Σατανάς βυθίζοντας στο διάστημα το διαπεραστικό του βλέμμα παρατήρησε τη μικρή υδρόγειο όπου κάποτε είχε φυτέψει το αμπέλι κι είχε δημιουργήσει τους πρώτους τραγικούς χορούς. Τα μάτια του στάθηκαν στη Ρώμη όπου ο έκπτωτος θεός είχε εδραιώσει την εξουσία του με το ψέμα και την απάτη. Ένας άγιος ήταν τότε ο αρχηγός αυτής της Εκκλησίας. Ο Σατανάς τον είδε να προσεύχεται και να θρηνεί. Του είπε:
– Σου εμπιστεύομαι τη Νύμφη μου. Διαφύλαξέ την πιστά. Σου μεταβιβάζω το δικαίωμα και την εξουσία ν’ αποφασίζεις για το δόγμα, τους κανονισμούς των μυστηρίων και τους ηθικούς νόμους. Όλοι οι πιστοί είναι υποχρεωμένοι να σε υπακούουν. Η Εκκλησία μου είναι αιώνια και οι πύλες της κόλασης είναι ανίσχυρες μπροστά της. Είσαι αλάθητος. Τίποτα δεν έχει αλλάξει.
Και ο διάδοχος των αποστόλων πλημμύρισε από χαρά. Γονάτισε και με το μέτωπο ακουμπισμένο στο πάτωμα, απάντησε.
– Αναγνωρίζω τη φωνή σου Κύριε και Θεέ μου. Η πνοή σου απλώθηκε σα μύρο στην καρδιά μου. Ευλογητόν το όνομά σου. Γεννηθήτω το θέλημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης. Μη εισενέγκεις ημάς εις πειρασμόν αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού.
Και ο Σατανάς αναγάλλιαζε με τις δοξολογίες και τις πράξεις ευχαριστίας. Του άρεσε να εγκωμιάζουν τη σοφία και τη δύναμή του. Άκουγε με χαρά τους ψαλμούς των Χερουβείμ που υμνούσαν τις καλοσύνες του και δεν ευχαριστιόταν καθόλου με τη φλογέρα του Νεκτάριου επειδή τραγουδούσε τη φύση, τόνιζε τη δύναμη και την αγάπη που υπάρχει στο μικρότερο έντομο, το πιο ταπεινό χορταράκι κι έψαλλε τη χαρά και την ελευθερία. Ο Σατανάς που κάποτε ριγούσε ως τα βάθη της ψυχής του σα σκεφτόταν τον πόνο που βασίλευε στον κόσμο τώρα είχε χάσει το αίσθημα του οίκτου. Θεωρούσε τον πόνο και τον θάνατο σαν μακάρια επακόλουθα της παντοδυναμίας και της υπέρτατης καλοσύνης του.     
Και η μυρωδιά από το αίμα των θυμάτων έφτανε ως το θρόνο του σαν ένα ευχάριστο λιβανωτό. Καταδίκαζε τη σκέψη και μισούσε τη περιέργεια. Ο ίδιος αρνιόταν κάθε παραπανίσια μάθηση από φόβο μην τυχόν αποκτώντας μια καινούρια γνώση αποδείξει πως δεν τις κατείχε όλες εξαρχής. Ευχαριστιόταν να μένει τυλιγμένος στο μυστήριο, πίστευε πως θα μειωνόταν το κύρος του αν γινόταν κατανοητός και δήλωνε ασύλληπτος κι ακατανόητος. Μια βαρύγδουπη θεολογία γεννιόταν μέσα στο μυαλό του.
Μια μέρα σκαρφίστηκε να αυτοανακηρυχθεί θεός τρισυπόστατος κατά το παράδειγμα του προκατόχου του. Τη στιγμή αυτής της ανακήρυξης τσάκωσε τον Αρκάδιο να χαμογελά και τον έδιωξε από μπροστά του. Ο Ιστάρ και η Ζίτα είχαν από καιρό γυρίσει στη γη. Έτσι οι αιώνες διάβαιναν σα δευτερόλεπτα. Μια μέρα από τα ύψη του θρόνου του έριξε το βλέμμα του στα τάρταρα. Είδε τον Ιαλνταμπαώθ ριγμένο στη γέενα όπου είχε μείνει κι ο ίδιος αλυσοδεμένος για πολύν καιρό. Ο Ιαλνταμπαώθ μέσα στο σκότος το αιώνιο διατηρούσε ακόμα την περηφάνεια του. Μαυρισμένος, τσακισμένος, φοβερός και υπέροχος ύψωσε ένα περιφρονητικό βλέμμα προς το ανάκτορο του βασιλιά των ουρανών κι αμέσως απόστρεψε το κεφάλι.    
Και ο καινούριος θεός παρατηρώντας τον αντίπαλό του είδε στο πονεμένο του πρόσωπο αποτυπωμένη την ευφυΐα και την καλοσύνη. Ο Ιαλνταμπαώθ κοιτούσε τώρα τη γη και βλέποντάς την βυθισμένη στο κακό και τον πόνο άρχιζε να τη συμπονάει. Ξαφνικά σηκώθηκε και φτεροκοπώντας στους αιθέρες με τα πελώρια χέρια του ξεκίνησε να μορφώσει και να παρηγορήσει τους ανθρώπους. Η τεράστια σκιά του έριχνε πάνω στο δύστυχο πλανήτη μια σκοτεινιά γλυκιά σαν νύχτα ερωτική. 
Και ο Σατανάς ξύπνησε λουσμένος σ’ έναν παγωμένο ιδρώτα.
Ο Νεκτάριος, ο Ιστάρ, ο Αρκάδιος και η Ζίτα στέκονταν δίπλα του. Οι βεγγαλίδες τραγουδούσαν.
– Σύντροφοι, είπε ο Μέγας Αρχάγγελος, όχι δε θα κατακτήσουμε τον Ουρανό. Αρκεί που το μπορούμε. Ο πόλεμος γεννάει τον πόλεμο και η νίκη την ήττα. Ο νικημένος Θεός θα γίνει Σατανάς και ο νικητής Σατανάς, Θεός. Είθε να μη μου λάχει μια τόσο συφοριασμένη μοίρα! Αγαπώ την κόλαση που διαμόρφωσε το πνεύμα μου, αγαπώ τη γη όπου έκανα μερικά καλά αν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο σ’ ένα κόσμο φριχτό όπου τα πλάσματα επιβιώνουν με το φόνο. Τώρα, χάρη σ’ εμάς, ο γέρο – Θεός έχει χάσει τη γήινη εξουσία του και κάθε σκεπτόμενο πλάσμα αυτού του πλανήτη τον περιφρονεί ή τον αγνοεί. Αλλά τι σημασία έχει το γεγονός πως οι άνθρωποι δεν είναι πια υποταγμένοι στον Ιαλνταμπαώθ αν το πνεύμα του Ιαλνταμπαώθ εξακολουθεί να ζει μέσα τους κι αν ακολουθώντας το παράδειγμά του παραμένουν ζηλόφθονοι, βίαιοι, φιλόνικοι, άρπαγες, εχθροί της τέχνης και της ομορφιάς; Τι σημασία έχει το γεγονός πως απόταξαν τον άκαρδο Δημιουργό αν δεν ακούνε καθόλου τους ευεργέτες δαίμονες, το Διόνυσο, τον Απόλλωνα και τις Μούσες που διδάσκουν κάθε αλήθεια; Όσο για μας, πνεύματα ουράνια, δαίμονες υπέρτατοι, εμείς έχουμε καταστρέψει τον τύραννό μας Ιαλνταμπαώθ αν καταστρέψαμε μέσα μας την άγνοια και το φόβο.
Και ο Σατανάς, γυρίζοντας προς τον κηπουρό συμπλήρωσε:
– Νεκτάριε, εσύ πολέμησες μαζί μου πριν από τη γέννηση του κόσμου. Νικηθήκαμε επειδή δεν είχαμε καταλάβει πως η νίκη είναι κάτι το πνευματικό και πως πρέπει να πολεμήσουμε και να αφανίσουμε τον Ιαλνταμπαώθ μέσα μας και μονάχα μέσα μας.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΝΑΤΟΛ ΦΡΑΝΣ «Η ΑΝΤΑΡΣΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΣΤΑΡΤΗ», 1988

ΑΝΑΤΟΛ ΦΡΑΝΣ
Ο Ζακ-Ανατόλ-Φρανσουά Τιμπώ, όπως ήταν το πραγματικό όνομα του Ανατόλ Φρανς ήταν Γάλλος μυθιστοριογράφος και κριτικός. Υπήρξε βαθύς γνώστης της ελληνολατινικής κουλτούρας. Τον διακρίνει η καθαρότητα, η σαφήνεια, η ανάλαφρη ειρωνεία, ανακατεμένη με συμπόνια για τον ανθρώπινο πόνο, και μια τραγική, φιλοσοφική ευθυμία πότε επικούρεια, πότε στωική. Πήρε θέση υπέρ του Ντρέϋφους στην περίφημη υπόθεση που συντάραξε τη Γαλλία της Γ΄ Δημοκρατίας
Γέννηση: 16 Απριλίου 1844, Παρίσι, Γαλλία
Απεβίωσε: 12 Οκτωβρίου 1924
Βραβεία: Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου