Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

26 Οκτ 2015

Ο ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΟΥ


Ο «Ύμνος του Μαργαριταριού», που μερικές φορές τιτλοφορείται και σαν «Ύμνος της Ψυχής», αποτελεί μια αλληγορία για τη Λύτρωση, που δίνεται μέσα από την ποιητική εξιστόρηση μιας περιπετειώδους αναζήτησης ενός μαργαριταριού.
Υπάρχει σε αρχαίο Συριακό κείμενο και σε μια μεταγενέστερη ελληνική απόδοση και ανήκει στις Απόκρυφες Πράξεις του Θωμά. Κατά πάσα πιθανότητα είναι προχριστιανικό και προ – Γνωστικό κείμενο, στο οποίο αφθονούν οι συμβολισμοί και το οποίο αποτελεί μια θαυμάσια αλληγορική αναφορά στην πτώση της ψυχής, στον εγκλωβισμό της στην ύλη και στην επακόλουθη επιστροφή της στον οίκο του Πατρός.
«Όταν ήμουν μικρό παιδί και ζούσα στο βασίλειό μου, στο σπίτι του Πατέρα μου, ευτυχισμένος μέσα στα μεγαλεία και τα πλούτη της φαμίλιας που με μεγάλωνε, οι γονείς μου, μου έδωσαν προμήθειες και με έστειλαν στην ανατολή. Από θησαυροφυλάκιο τους έφτιαξαν ένα δέμα για μένα. Ήταν αρκετά ελαφρύ ώστε να μπορώ να το κουβαλώ μόνος μου...

Περιείχε χρυσάφι από τον Οίκο των Υψηλότατων, ασήμι από το Μέγα Γκαζάκ, ρουμπίνια απ’ τις Ινδίες, οπάλιο από τη γη του Κουσάν. Με έζωσαν επίσης με διαμάντια που μπορούν να συντρίψουν ακόμη και σίδερα. Και έβγαλαν από πάνω μου την αστραφτερή φορεσιά της δόξας, που μου είχαν ράψει με αγάπη και πήραν τον πορφυρένιο μου μανδύα που είχε υφανθεί να ταιριάζει στα μέτρα μου. Έκαναν μια συμφωνία μαζί μου και την έγραψαν μέσα στην καρδιά μου για να μην την ξεχάσω:
Αν κατεβείς στην Αίγυπτο και φέρεις πίσω το Μοναδικό Μαργαριτάρι που βρίσκεται στη μέση της θάλασσας και φυλάγεται απ’ το ερπετό που ρουθουνίζει, τότε θα ξαναφορέσεις τη φορεσιά της δόξας και τον μανδύα σου και θα είσαι μαζί με τον αδελφό σου, που είναι ο επόμενος στη διαδοχή, κληρονόμος του βασιλείου μας”.
Έφυγα λοιπόν απ’ την ανατολή και προχώρησα προς τα κάτω μαζί με τους δύο βασιλικούς συνοδούς μου, γιατί ο δρόμος ήταν δύσκολος κι επικίνδυνος και εγώ ήμουν πολύ νέος για να πορευτώ μόνος μου. Πέρασα τα σύνορα του Μαισάν, το μέρος όπου συγκεντρώνονται οι έμποροι της ανατολής, ήρθα στη γη της Βαβέλ και πέρασα τα τείχη του Σαρμπούγκ. Κατέβηκα στην Αίγυπτο κι εκεί, οι συνοδοί μου με άφησαν. Πήγα κατ’ ευθείαν στο ερπετό κι εγκαταστάθηκα στο λημέρι του περιμένοντας να κοιμηθεί, ώστε να μπορέσω να του πάρω το Μαργαριτάρι μου. Έτσι μόνος, ήμουν ξένος για τους άλλους. Είδα όμως κάποιον απ’ το δικό μου λαό, έναν ευγενή από την ανατολή, νεαρό, όμορφο αξιαγάπητο, έναν γιο βασιλιά, έναν χρισμένο, ο οποίος ήρθε κοντά μου. Τον προειδοποίησα για τους Αιγύπτιους και για τις επαφές με τους μη καθαρούς. Ύστερα φόρεσα έναν μανδύα σαν και το δικό τους, ώστε να μην υποψιαστούν ότι ήμουν ένας ξένος που ήρθε για να κλέψει το Μαργαριτάρι, γιατί αλλιώς θα ξεσήκωναν το ερπετό εναντίον μου.
Έμαθαν όμως με κάποιο τρόπο ότι δεν ήμουν συντοπίτης τους και μου φέρθηκαν με πανουργία δίνοντάς μου να φάω από την τροφή τους. Έτσι λησμόνησα πως ήμουν γιος βασιλιάδων και υπηρέτησα το δικό τους βασιλιά. Λησμόνησα το Μαργαριτάρι, για το οποίο με είχαν στείλει οι γονείς μου. Από το βαρύ φαγητό τους έπεσα σε ύπνο βαθύ.
Καθώς όμως συνέβαιναν όλα αυτά, οι γονείς μου τα γνώριζαν και θλίβονταν για μένα. Φώναξαν να συγκεντρωθούν όλοι στην πύλη και τότε οι βασιλιάδες και οι πρίγκιπες της Παρθίας και όλοι οι ευγενείς της ανατολής σκέφτηκαν ένα σχέδιο για μένα, ώστε να μην παραμείνω εγκαταλειμμένος στην Αίγυπτο. Μου έγραψαν λοιπόν μια επιστολή και ο καθένας από τους ευγενείς την υπέγραψε με τ’ όνομά του:
Από τον πατέρα σου, το Βασιλιά των βασιλιάδων και από την μητέρα σου, την Κυρία της Ανατολής και από τον αδελφό σου, που είναι ο επόμενος στη σειρά διαδοχής, σε σένα, γιε μας που βρίσκεσαι στην Αίγυπτο, στέλνουμε  τον χαιρετισμό μας. Αφυπνίσου και βγες απ’ τον ύπνο και άκουσε τα λόγια της επιστολής μας! Θυμήσου ότι είσαι γιος βασιλιάδων  και δες τη σκλαβιά της ζωής σου. Θυμήσου το Μαργαριτάρι για το οποίο κατέβηκες στην Αίγυπτο! Θυμήσου τη φορεσιά της δόξας και τον υπέροχο μανδύα που μπορείς να φοράς όταν υπάρχει το όνομά σου στο βιβλίο της ζωής, όταν διαβάζεται στο βιβλίο των ηρώων κι όταν, μαζί με τον αδελφό σου, κληρονομήσεις το βασίλειό μας”.
Η επιστολή αυτή, που έμοιαζε με αγγελιοφόρο, σφραγίστηκε από το δεξί χέρι του βασιλιά για να είναι ασφαλής από τους κακούς, από τα τέκνα της Βαβέλ και τους άγριους δαίμονες του Σαρμπούγκ. Ανυψώθηκε με τη μορφή αετού, του βασιλιά των πτηνών και πέταξε και ήρθε κοντά μου κι έγινε λόγος. Από τη φωνή του και τον ήχο του ψιθύρου του ξύπνησα και βγήκα από τον ύπνο μου. Την πήρα, την φίλησα, έσπασα το σφράγισμά της και τη διάβασα. Μέσα της υπήρχαν οι λέξεις που ήταν χαραγμένες στην καρδιά μου.      
Θυμήθηκα λοιπόν πως ήμουν γιος βασιλιάδων και η ελεύθερη ψυχή μου νοστάλγησε τους ομοίους της. Θυμήθηκα το Μαργαριτάρι για το οποίο είχα σταλεί κάτω στην Αίγυπτο κι άρχισα να γητεύω το ερπετό που ξεφυσούσε. Το έκανα να κοιμηθεί προφέροντας το όνομα του Πατέρα μου, το όνομα του επόμενου στη σειρά διαδοχής και το όνομα της Μητέρας μου, της βασίλισσας της Ανατολής.
Άρπαξα το Μαργαριτάρι και ξεκίνησα για τον Πατέρα μου. Έβγαλα από πάνω μου τα βρωμερά τους ρούχα, εγκαταλείποντάς τα στους αγρούς και πήρα το δρόμο μου για την πατρίδα μου, την ανατολή.
Στην πορεία μου, η επιστολή που με είχε αφυπνίσει βρισκόταν στον δρόμο κι όπως με είχε συνεφέρει με τη φωνή της έτσι και τώρα με καθοδηγούσε με το φως της. Ήταν γραμμένη πάνω σε κινέζικο μετάξι κι έλαμπε μπροστά μου. Η φωνή της ανακούφιζε τους φόβους μου και η αγάπη της με παρακινούσε να προχωρήσω.
Πέρασα γρήγορα το Σαρμπούγκ και τη Βαβέλ κι έφτασα στη Μαισάν, λιμάνι των εμπόρων, πλάι στη θάλασσα. Εκεί μου έστειλαν οι γονείς μου τη φορεσιά της δόξας, που είχα βγάλει, και το μανδύα. Ήταν στα χέρια των θησαυροφυλάκων που είχαν κριθεί άξιοι εμπιστοσύνης. Είχα ξεχάσει το μεγαλείο της φορεσιάς γιατί, παιδί ακόμη, την είχα εγκαταλείψει στο σπίτι του Πατέρα μου.
Όπως τη κοιτούσα, φάνηκε να γίνεται καθρέφτης του εαυτού μου. Είδα μέσα της τον εαυτό μου και τον είδα ξεχωριστά σαν δύο οντότητες που είχαν μια και μόνο μορφή.
Οι θησαυροφύλακες μου έφεραν μια φορεσιά. Ήταν δύο ομοιόμορφοι με μια βασιλική σφραγίδα. Μου έδωσαν πλούτη και η λαμπερή, κεντημένη φορεσιά χρωματιζόταν από χρυσάφι, βήρυλους, ρουμπίνια, οπάλλι και πολύχρωμους σαρδόνυχες. Όλα αυτά ήταν στερεωμένα με διαμαντόπετρες. Ήταν επίσης κεντημένη η εικόνα του Βασιλιά των βασιλιάδων που αστραποβολούσε από ζαφείρια κάθε λογής. Την είδα να πάλλεται από τις κινήσεις της γνώσης και όπως ερχόταν προς το μέρος μου άρχισε να ψιθυρίζει τα δικά της τραγούδια: “Είμαι εκείνος που έπραξε γι’ αυτόν που ανατράφηκα στον οίκο του Πατέρα μου. Είδα τον εαυτό μου να αναπτύσσεται σύμφωνα με τους κόπους του”.
Με μεγαλόπρεπες κινήσεις απλώθηκε προς το μέρος μου, παρατρύνοντάς με να την πάρω. Άπλωσα τα χέρια μου, την πήρα και την φόρεσα πάνω μου την ομορφιά των χρωμάτων της. Φόρεσα επίσης τριγύρω μου το μανδύα μου, με τα αστραφτερά χρώματα. Ντύθηκα μέσα σ’ αυτά και ανέβηκα στην Πύλη του Χαιρετισμού και της Λατρείας. Έσκυψα το κεφάλι μου και λάτρεψα το μεγαλείο του Πατέρα μου, που μου τα είχε στείλει. Είχα εκπληρώσει τις εντολές του κι εκείνος είχε εκπληρώσει την υπόσχεσή του. Εκεί, στην πύλη των πριγκίπων, ενώθηκα με τους ευγενείς του.
Ένιωσε χαρά μεγάλη για μένα και με δέχτηκε και έμεινα μαζί του στο βασίλειό του και όλοι οι υπηρέτες του τον δόξαζαν. Μου υποσχέθηκε ότι θα ταξίδευα γρήγορα μαζί του στην Πύλη του Βασιλιά των βασιλιάδων και ότι με τα δώρα μου και το Μαργαριτάρι μου, θα εμφανιζόμουν μαζί του μπροστά στο Βασιλιά μας.»    

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΑΡΘΡΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ «ΤΑ ΑΠΟΚΡΥΦΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ», ΤΟΜΟΣ 2, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, ΑΘΗΝΑ 1991

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου