Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

13 Αυγ 2017

Ο ΣΚΛΗΡΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΕΝΟΣ ΑΣΚΗΤΗ. ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ «ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ»




Από τον Ελενουπόλεως Παλλάδιο μαθαίνουμε πολλά για τους σκληρούς αγώνας και την υπεράνθρωπο υπομονή των Ασκητών κι’ Ερημιτών της εποχής του. Οι διηγήσεις του είναι ζωντανές, γιατί είδε με τα μάτια του και συνωμίλησε με όλους αυτούς τους Αγίους άνδρας, όταν περιώδευε τα Μοναστήρια και τα ησυχαστήρια της Παλαιστίνης και της Αφρικής...

Ο Όσιος Μακάριος ο Αλεξανδρεύς ή πολιτικός, όπως είναι πια πολύ γνωστός, για να διακρίνεται από τον Αιγύπτιο, έκανε πολλές και διάφορες ασκήσεις, γράφει ο Παλλάδιος. Όταν άκουγε για τους πνευματικούς αγώνας κάποιου Ασκητού, έβαζε όλη του τη δύναμι να τους μιμηθή αμέσως. Κατώρθωσε μάλιστα, με τον υπερβολικό του ζήλο, να τους ξεπεράση. Κάποτε έμαθε πως οι Ταβεννησιώται δεν έτρωγαν μαγειρευμένο φαγητό όλη την Τεσσαρακοστή. Έβαλε κι’ αυτός όρο στον εαυτό του να μη βάλη στο στόμα του μαγείρευμα επτά ολόκληρα χρόνια. Έτρωγε μόνο λάχανα ωμά ή βρεγμένα όσπρια, αν τύχαινε να βρη.
Άλλοτε πάλι του είπαν πως ένας Ερημίτης έτρωγε μόνο μισή λίτρα ψωμί την ημέρα. Έκοψε ευθύς το ξερό ψωμί του σε μικρά κομματάκια, τα έβαλε σ’ ένα σταμνί κι’ έτρωγε τόσο μόνο, όσο χωρούσε η χούφτα του.
– Συχνά η πείνα μ’ ανάγκαζε να παραγεμίζω την παλάμη μου, έλεγε αστειευόμενος στους Αδελφούς, αλλά ο λαιμός του σταμνιού ήταν τόσο στενός που αναγκαζόμουν να την αδειάσω αρκετά για να μπορώ να την τραβήξω έξω. Ο κακός τελώνης, η κοιλιά, βλέπετε, δε μου επέτρεπε τελεία ασιτία.
Άλλη φορά επεχείρησε να νικήση εντελώς τον ύπνο. Για να το κατορθώση έμεινε 20 μερόνυχτα στο ύπαιθρο, χωρίς να βάλη καθόλου κάτω από στέγη το κεφάλι του. Την ημέρα τον πύρωνε ο φλογερός αφρικανικός ήλιος, τη δε νύκτα τον μούσκευε η  υγρασία.
– Αν δεν πρόφταινα την τελευταία ημέρα να μπω στο κελλί μου, έλεγε αργότερα, θα έχανα το λογικό μου, γιατί είχε αρχίσει να ξηραίνεται ο εγκέφαλος.
Όσο περνούσε από το χέρι του νίκησε τον ύπνο. Ύστερα όμως υποχώρησε στην ανάγκη της φύσεως. Μια μέρα που καθόταν στο κελλί του τον δάγκασε ένα μεγάλο κουνούπι. Πόνεσε τόσο πολύ που του έδωσε μια με το χέρι του και το σκότωσε. Μεταμελήθηκε όμως ευθύς για την εκδίκηση και για να τιμωρήση τον εαυτό του πήγε στο έλος που βρισκόταν πολύ βαθειά στην έρημο. Έμεινε εκεί έξι μήνες για να τον βασανίζουν τα κουνούπια, που ήτα τόσο μεγάλα σαν σφήκες και με τα κεντριά τους μπορούσαν να τρυπήσουν δέρμα αγριοχοίρου. Όταν γύρισε πίσω στη σκήτη, μόνο από τη φωνή γνωριζόταν πως ήταν ο Μακάριος. Τόσο είχε αλλοιωθή το δέρμα του από τα τσιμπήματα των κουνουπιών.
Επειδή άκουγε συχνά πως οι Ταβεννησιώται ζούσαν πολύ πνευματικό βίο, πήρε την απόφασι να τους επισκεφθή και να ιδή με τα μάτια του. Φόρεσε κοσμικά ρούχα, για να μη τον καταλάβουν, κι’ αφού έκανε δεκαπέντε ημερών δρόμο με τα πόδια, έφθασε στη Θηβαΐδα στο περιβόητο Κοινόβιο. Ζήτησε να ιδή τον Προεστώτα. Όταν τον ωδήγησαν στον Παχώμιο του έβαλε μετάνοια και τον παρεκάλεσε να τον κρατήση στο Μοναστήρι για να τον κάνη καλόγερο. Ο Παχώμιος τον κύτταξε καλά – καλά με συγκατάβασι, αλλά δεν του απέκρυψε τις σκέψεις του.
– Εσύ, άνθρωπε του Θεού, έχεις χάσει πια τις δυνάμεις σου από τα γεράματα, του είπε. Πως θα κατορθώσης να σηκώσης τα βάρη της μοναχικής ζωής; Οι Αδελφοί εδώ έχουν έλθουν από πολύ νέοι κι’ είναι εξοικειωμένοι με τη σκληραγωγία. Συ όμως είναι αδύνατον τώρα να συνηθίσης. Γρήγορα θα κουραστής, θα γυρίσης στον κόσμο και θ’ αρχίσης να κακολογής τα Μοναστήρια και τους Μοναχούς. Έτσι και την ψυχή σου θα βλάψης κι’ εκείνους που θα σε πιστέψουν.
Μ’ αυτά και με άλλα ακόμη ο Παχώμιος του έδωσε να καταλάβη πως έπρεπε να φύγη και να τους αφήση ήσυχους. Ο Μακάριος όμως δεν έφυγε. Επτά ημερόνυκτα έμεινε έξω από την αυλόπορτα του Μοναστηριού, νηστικός και διψασμένος, ικετεύοντας να τον δεχθούν. Όταν το έμαθε ο Παχώμιος, τον φώναξε πάλι, για να του επαναλάβη τα ίδια:       
– Είσαι γέρος πια, δε μπορείς τώρα να γίνης καλόγερος.
– Κράτησέ με, Αββά επέμενε να παρακαλή ο Μακάριος, κι’ αν δε νηστεύω και δεν εργάζωμαι, όπως οι άλλοι Αδελφοί, πρόσταξε να με διώξουν.
Μπροστά σε τόση επιμονή ο Παχώμιος υπεχώρησε. Τον κράτησε δοκιμαστικά και τον έστειλε με τους αρχαρίους.
Την εποχή εκείνη ζούσαν στο Κοινόβιο χίλιοι τετρακόσιοι περίπου Μοναχοί. Ήσαν χωρισμένοι σε τάγματα, σύμφωνα με τους κανονισμούς που είχε βάλει ο ίδιος ο Παχώμιος. Η κυριώτερη απασχόλησί τους ήτο η προσευχή κι’ ύστερα το εργόχειρο.
Μετά από λίγες βδομάδες ήλθε η Τεσσαρακοστή. Παρατήρησε τότε ο Αββάς Μακάριος πως οι Αδελφοί έκαναν διάφορες πνευματικές ασκήσεις. Οι πιο αρχάριοι έτρωγαν μία φορά την ημέρα, μετά τη δύσι του ηλίου. Οι πιο προοδευμένοι κάθε δύο ημέρες, οι τελειότεροι κάθε πέντε. Πολλοί αγρυπνούσαν όρθιοι ολόκληρη τη νύκτα και την ημέρα κάθονταν στο εργόχειρο. Καθένας, τέλος πάντων, αγωνιζόταν ανάλογα με τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις.
Ο όσιος Μακάριος έβρεξε κάμποσα φοινικόφυλλα και τα ετοίμασε, όπως ήξερε. Στάθηκε κατόπιν σε μια παράμερη γωνιά της αυλής κι’ άρχισε να πλέκη ψαθί. Ολόκληρη τη Τεσσαρακοστή δεν έβαλε ψωμί στο στόμα του, δεν ήπιε νερό, δεν κάθισε σε σκαμνί, δεν πλάγιασε να κοιμηθή. Από Κυριακή σε Κυριακή μόνο έτρωγε πολύ λίγα ωμά λάχανα, για να μην τον πειράζη ο δαίμονας της κενοδεξίας πως τάχα νηστεύει. Με κανένα δε μίλησε ούτε την παραμικρή κουβέντα. Στεκόταν με απόλυτη σιωπή, προσέχοντας μόνο στο πλέξιμό του και δεν σταμάτησε ούτε στιγμή ο νους του να προσεύχεται.
Οι Ταβεννησιώται γρήγορα αντελήφθηκαν την αξιοθαύμαστη άσκησί του. Απόρησαν στην αρχή. Ύστερα ένοιωσαν ντροπή. Πως ήτο δυνατόν ένας γέρος άνθρωπος και χθεσινός ακόμη στη μοναχική ζωή να τους έχη τόσο ξεπεράσει; Σκέφθηκαν, ξανασκέφθηκαν, δεν έβρισκαν λύσι και κατέφυγαν στον Ηγούμενό τους.
– Για να μας ντροπιάσης, Αββά, μας έφερες εδώ αυτόν τον άσαρκο άνθρωπο; του είπαν. Λοιπόν ή τον διώχνεις από το Μοναστήρι ή όλοι μας φεύγομε και σ’ αφήνομε.
Σαν έμαθε ο Παχώμιος την άφθαστη πολιτεία του γέροντος, έμεινε κατάπληκτος. Κατάλαβε πως κάποιο μυστήριο έκρυβε η υπόθεσις και προσευχήθηκε στον Θεό να του το αποκαλύψη. Κι’ ο Θεός του το φανέρωσε. Τότε ο Παχώμιος κατενθουσιασμένος πήγε στη γωνία, που εξακολουθούσε να στέκεται ο Μακάριος, τον πήρε από το χέρι, τον έφερε στην Εκκλησία κι’ αφού τον αγκάλισε και τον φίλησε, του είπε με θαυμασμό:
– Έλα μη κρύβεσαι πια, Καλόγερε! Δοξάζω τον Θεόν που ξεπλήρωσε κι’ αυτή μου την επιθυμία, να σε ιδώ και να ωφεληθώ από το παράδειγμά σου. Σου χρεωστώ μεγάλη χάρι γιατί ταπείνωσες και τα πνευματικά μου τέκνα, δείχνοντάς τους τι είναι πραγματική άσκησις. Αλλά αρκετά μας εδίδαξες. Μπορείς τώρα να γυρίσης ικανοποιημένος στον τόπο σου. μόνο μη παύσης να προσεύχεσαι για μας.
Έτσι ο Αββάς Μακάριος αφού ευχήθηκε στον Παχώμιο και τη συνοδεία του γύρισε πίσω στο κελλί του.
Μου εμπιστεύτηκε αυτός ο επίγειος άγγελος, συνεχίζει ο Παλλάδιος, ότι κάποτε επεχείρησε για πέντε συνεχείς ημέρες ν’ απομακρύνη εντελώς το νου του από τα εγκόσμια και να συλλογίζεται μόνο τον Θεό και τα ουράνια. Για να το κατορθώση κλείστηκε στο κελλί του, κλείδωσε την εξώθυρα για να μην τον ενοχλήση κανείς, στάθηκε σε προσευχή με τα χέρια υψωμένα και είπε στον λογισμό του:
– Ανέβα στον ουρανό και απόλαυσε τα εκεί. Θα συναντήσης Αγγέλους, Αρχαγγέλους και όλες τις άνω δυνάμεις, τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και πάνω από όλα Αυτόν τον Δημιουργόν και Πλάστην Θεόν. Μη κατέβης απ’ αυτό το ύψος στα μάταια και φθαρτά.
Δύο ημέρες έμεινε ο νους του ασάλευτος στη θεία εκείνη θεωρία. Τόσο πολύ εξώργισε το διάβολο που για να τον εμποδίση να συνεχίση, έβαλε φωτιά κι’ έκαψε όλα τα πράγματα του κελλιού του, ως και το ψαθί που πατούσε. Έτσι αναγκάστηκε να διακόψη τη θεωρία του ο Όσιος, όχι γιατί δείλιασε τη δαιμονική πυρκαγιά, αλλά για τον κίνδυνο της υψηλοφροσύνης.             


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ “ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ” ΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΧΑΜΠΑΚΗ, ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ, ΕΚΔΟΣΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ “ΛΥΔΙΑ”, ΕΚΔΟΣΙΣ Θ΄, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1993

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου