Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

11 Ιουν 2017

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ




Ο κόσμος μας είναι ένας κόσμος απρόσωπος και σαν συνέπεια τρομερά ψυχρός, απάνθρωπος και αφόρητος. Ζούμε όλοι ανάμεσα σε ανταγωνιστές, ανάμεσα σε εχθρούς και ο καθένας από μας με τη σειρά του γίνεται ανταγωνιστικός και εχθρός για τους άλλους. Κανείς σχεδόν δεν έχει εμπιστοσύνη σε κανένα. Όλοι φοβόμαστε σχεδόν όλους. Όλοι σχεδόν είμαστε απειλή για όλους...

Οι άνθρωποι που συναντούμε, αν δεν είναι επικίνδυνοι, είναι συνήθως ψυχροί και αδιάφοροι. Στις διάφορες συναλλαγές μας με τους άλλους ανθρώπους τους αισθανόμαστε σαν ψυχρές μηχανές, που δεν μας αντιμετωπίζουν σαν πρόσωπα αλλά σαν αριθμούς, σαν μια περίπτωση και σαν μια ενόχληση. Μόνο που η ψυχρότητα του μηχανοποιημένου ανθρώπου είναι μια ψυχρότητα πολύ πιο ανατριχιαστική από την ψυχρότητα της μηχανής.
Αφού δεν μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη στον άλλο και αφού τον αισθανόμαστε σαν απειλή και σαν εχθρό, προσπαθούμε διαρκώς να προστατευθούμε απ’ αυτόν με νομικές διασφαλίσεις, με πολιτειακές ρυθμίσεις και με την απόκτηση δυνάμεως και πλούτου. Αλλά τίποτε απ’ όλα αυτά δεν μας εξασφαλίζει πραγματικά. Αντίθετα, μέσα σ’ όλα αυτά αισθανόμαστε μια τραγική και βασανιστική ανασφάλεια, εγκατάλειψη και μοναξιά.
Είναι γεγονός, ότι μόνο μέσα σε μια κοινότητα αδελφών που ξέρουμε ότι μας αγαπούν μπορούμε να αισθανθούμε ασφάλεια. Αλλά η ανθρώπινη κοινότητα έχει πεθάνει και έχουν πάρει τη θέση της οι διάφοροι γραφειοκρατικοί οργανισμοί, που με όλο λιγότερη πειστικότητα μας υπόσχονται εξασφάλιση με γραφειοκρατικές νομικές ρυθμίσεις.
Ο σύγχρονος άνθρωπος αναζητεί με απόγνωση την ανθρώπινη κοινότητα και δοκιμάζει διαρκώς καινούριες απογοητεύσεις. Αλλά φαίνεται ότι η πιο μεγάλη του απογοήτευση είναι, ότι το γεγονός της Εκκλησίας δεν είναι γι’ αυτόν γεγονός. Πολλοί άνθρωποι αναζητούν την Εκκλησία σαν κοινότητα αδελφών, που έχουν «την ψυχήν και την καρδίαν μίαν» αλλά αντ’ αυτής βρίσκουν ή μια ψυχρή εκκλησιαστική γραφειοκρατία ή μια απρόσωπη λατρεία. Συνήθως η Εκκλησία δεν παρουσιάζεται σαν μια οικογένεια, αλλά σαν νομικό πρόσωπο που, αντί να στηρίζεται στη μεταξύ των αδελφών αγάπη, στηρίζεται σε νομικές διατάξεις, σε προεδρικά διατάγματα και σε άρθρα νόμων και καταστατικών, που κυρίως ρυθμίζουν τις σχέσεις των μελών της. Αυτές δε οι σχέσεις, αντί να είναι σχέσεις παιδιών με τον πατέρα τους, ή αδελφού με αδελφό, είναι σχέσεις προϊσταμένου με υφιστάμενο, διοικητού με διοικούμενο, εξουσιαστή με εξουσιαζόμενο. Σ’ αυτό που παρουσιάζεται σαν εκκλησιαστικός χώρος, συχνά φαίνεται να μη μετράνε οι πνευματικοί πατέρες, αλλά οι πρωτονοτάριοι, οι πρωτέκδικοι, οι χαροφύλακες και οι νομοδιδάσκαλοι.
Έτσι, ο σημερινός άνθρωπος, μη βρίσκοντας σ’ αυτό που φαίνεται σαν χώρος της Εκκλησίας την Εκκλησία ως οικογένεια, ως κοινότητα αδελφών και ως σώμα χριστού μπορεί, αν η Εκκλησία δεν βγει από τη γραφειοκρατική της υποδούλωση, παράλληλα με την γραφειοκρατημένη Εκκλησία να δημιουργήσει μια Εκκλησία κατακομβών. Αυτό ακριβώς γίνεται ήδη σήμερα σε χώρες με ολοκληρωτικά αθεϊστικά καθεστώτα, όπου η εμφανής Εκκλησία είναι αιχμάλωτη της κρατικής γραφειοκρατίας και μέσα στο χώρο της ζει κατακομβιακά και θριαμβεύει μια πραγματική Εκκλησία που είναι κοινότητα αδελφών.
Μια τέτοια κίνηση, όμως, θα μπορούσε πολύ εύκολα να γίνει παρεκκλησιαστική και σωματειακή και να αποτελέσει μια καινούρια οδυνηρή περιπέτεια στη ζωή της Εκκλησίας, που ήδη πληρώνει και θα πληρώνει για πολύ ακόμα το τίμημα των παρεκκλησιαστικών κινημάτων του παρελθόντος. Γιατί είναι γεγονός, ότι το βασικό κίνητρο για τη δημιουργία των παρεκκλησιαστικών κινημάτων, αν και αυτά τα ίδια τα παρεκκλησιαστικά κινήματα δεν φαίνεται να το είχαν συνειδητοποιήσει και ποτέ δεν το επικαλέσθηκαν για την υπεράσπισή τους, ήταν η ανάγκη για κοινοτική ζωή, που γινόταν ιδιαίτερα επιτακτική. Καθώς πολλοί άνθρωποι, την εποχή που δημιουργήθηκαν αυτά τα κινήματα, άφηναν την κοινότητα του χωριού και έρχονταν στις μεγάλες απρόσωπες πόλεις, όπου αισθάνονται αποκομμένοι, ασύνδετοι και έκθετοι, αναζητούσαν με απόγνωση ένα κοινοτικό καταφύγιο.
Αν η Εκκλησία δεν ανταποκριθεί και τώρα στην κοινοτική ανάγκη του ανθρώπου, αναπότρεπτα θα δημιουργηθούν και πάλι όχι μόνο εκκλησιαστικές παρασυναγωγές, αλλά και άλλες πολύ πιο επικίνδυνες κοινοτικές συναθροίσεις, που θα αποτελέσουν νέα σοβαρή απειλή για την Εκκλησία και που καμιά πολεμική κινητοποίηση και εκστρατεία εναντίον τους, με συλλαλητήρια, λάβαρα και φωνασκίες, δεν θα τις πτοεί, όσο θα καλύπτουν αυτή τη βασική ανάγκη για κοινοτική ζωή του ανθρώπου, που η Εκκλησία θα αφήνει ακάλυπτη.    

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΑΡΘΡΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ π. ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΦΑΡΟΥ «ΗΘΟΣ ΑΗΘΕΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΚΡΙΤΑΣ», Β΄ ΕΚΔΟΣΗ

ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΦΑΡΟΣ
Ο π. Φιλόθεος Φάρος γεννήθηκε το 1930 στον Πειραιά. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες, νομικά και θεολογία. Έγινε κληρικός το 1962 και συνέχισε σπουδές στην ποιμαντική ψυχολογία και την ποιμαντική συμβουλευτική στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης στις ΗΠΑ. Δίδαξε ποιμαντική ψυχολογία στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στη Βοστώνη και εργάσθηκε ως Pastoral Counselor και Family Therapy Supervisor στην πρότυπη ψυχιατρική θεραπευτική κοινότητα Human Resource Institute της Βοστώνης, όπου απέκτησε μια σημαντική ψυχοθεραπευτική εμπειρία κάνοντας ατομική και ομαδική ψυχοθεραπεία και κυρίως εργαζόμενος με οικογένειες και ζευγάρια. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα επεχείρησε να θέσει στην υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος την εμπειρία του, οργανώνοντας ένα πρόγραμμα ποιμαντικής κλινικής εξασκήσεως για κληρικούς σ' ένα νοσοκομείο της Αθήνας. Ταυτόχρονα οργάνωσε ένα κέντρο νεότητος για την Αρχιεπισκοπή Αθηνών, όπου καλλιεργείται και προάγεται η κοινοτική ζωή. Έχει γράψει πολλά άρθρα, μελέτες και δεκατρία βιβλία που διαπραγματεύονται άμεσα και καίρια για τη ζωή του ανθρώπου θέματα, όπως είναι το πένθος, ο γάμος, η ανατροφή των παιδιών, ο έρωτας κτλ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου