Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

31 Αυγ 2016

ΤΟ ΓΥΜΝΟΝ ΕΙΝΑΙ ΑΣΕΜΝΟΝ;


Το γυμνόν είναι άσεμνον; Φίλος μου, ποτέ, θεολόγος και πανεπιστημιακός καθηγητής, εισηγήθηκε στον τότε υπουργό Παιδείας την, δια το ασκανδάλιστον ημών των ανδρών, με φουφούλες ένδυσιν των μαθητριών κατά το μάθημα της γυμναστικής. Και ο υπουργός το υιοθέτησε. Το μέτρο μπορεί να μην ήταν άσκοπο, αν περί τούτου μόνο επρόκειτο. Όχι όμως διότι «πάσα σαρξ χόρτος εστί» κτλ. κτλ. Η ηθική του ντυτού δεν θα ’χε εξ αυτού κανένα κέρδος. Αλλά το ειδικό βάρος της φτωχής μου τούτης συντομίας των λόγων δεν είναι αν το ντυμένο ή το γυμνό είναι ηθικότερον το ένα από το άλλο˙ μπορεί να είναι και τα δυο τους ανήθικα ή και τα δυο τους ηθικά – όπερ έδει, βέβαια, δείξαι. Το ειδικό βάρος είναι ότι εξ’ αυτού πρόβαλε το ιδεολογικόν της ρύγχος η απειρία...

Αν και το σχήμα μου ανάστροφο, θα πω ότι σαν, άξαφνα, σπίρτα μες στο σύσκοτο αναφλέγηκαν τότε οι απαρέσκειες για το γυμνό, οι φαρισαϊσμοί μας και οι τυφίες, και πότε – πότε όχι σαν σπίρτο αλλά σαν κανενός Βεζούβιου εκτινάσσονται οι μύδροι της ηθικολογίας του είδους. Διότι «πάσα σαρξ χόρτος εστί και πάσα δόξα της ως άνθος του λειμώνος ξηρανθήσεται». Διότι «ει ερασθείς το κάλλος γυναικί …ουδέ φιλέτησε τοις βλεφάροις της η Εύα. Ψευδής γαρ η χάρις της και μάταιον το κάλλος». Αυτά είναι από τη Βίβλο.
Ακόμα και στην κοιτίδα, εδώ, της αποθέωσης του κάλλους, όπου αντίς άλλης στους δικαστές μαρτυρίας των, οι εταίρες μας πρόβαλλαν – χάρμα τενόντων και μυών – τους μηρούς των, η οπισθοφυλακή αυτή του μεσαίωνα (ίσον: η αντιγυμνική ηθική) ξανάδωσε τότε τις φωτοσβηστικές εξετάσεις της και ξαναπήρε μηδέν. Διότι, σεβαστή η πάσα γνώμη του πάσα, πλην το «την καλύπτραν εγείρειν» για να ακτινοβολήσει ένα κάλλος – ναι, τόσο το γυμνό συμφυές του – είναι ηθικόν ως τα θαύματα και τα μεγάλα γεγονότα του κόσμου. Ποιος θα ’λεγε, λόγου χάριν, την Αφροδίτην ανήθικη, ποιος θα βδελύσσονταν τον γυμνόν Ερμή ως αηδία; Μόνον οι έχοντες διαταραχή των αισθήσεων και σχεδόν όλοι οι δογματόπληκτοι Εγγλέζοι. Ο Χριστός έπιεν από την υδρία της αστράγαλης καλής Σαμαρίτισσας και τον σκούπισαν τα μακρυδάχτυλα χέρια της εκ Μαγδάλων Μαρίας. Διότι το κάλλος είναι ηθικόν, ενώ η ασκήμια ουδέτερον. Ούτε ηθικόν ούτε ανήθικον.
Θα παρείχαμεν επιχειρήματα στον τυχόν αντιφρονούντα αν τον ρωτάγαμε κάτι, αν του λέγαμε, μαθές, σκέφτηκε μήπως ποτέ του τι έκθεσις απορρήτων είναι και μόνον του ανθρώπου το πρόσωπον; Να ’ταν το στήθος μας γυάλινο και να μας φαινόσαν τα σπλάχνα, θα ’ταν πολύ πιο λίγο αδιάκριτο από το να μας βλέπουν κατάμουτρα. Και μόνον το κάλλος δικαιολογεί το γυμνό, καθ’ αυτό το αγιάζει. Τα δε νιάτα ίσον κάλλος. Η ασκήμια, όπως κάθε δυσειδές, κουκουλώνεται. Κάτι ανάλογο με κείνο που ο Κνουτ Χάμσουν το είπε, αυτός, έτσι: «Όταν βλέπω γριές να τρώνε πάστες, μου φαίνεται πως οι πάστες αυτές είναι μουχλιασμένες».
Ενώ και κατά ένα καθολικό συναξάρι, η πανέμορφη ηγουμένισσα και κατόπιν αγία Γερτρούδη τόσον φοβήθηκε εαυτήν ως υποψήφιαν του Παραδείσου, ώστε εδεήθηκε στον Κύριον να μην πέθαινε νέα. «Γριάν», είπε, «Κύριε, ξέρω, θα με στείλεις κατ’ ευθείαν στην Κόλαση». Τώρα, γιατί αντίς του Παράδεισου αυτή ψόφαγε για Κόλαση, δεν είναι εμένα η δουλειά μου. Μόνον, εγώ έχω την τιμήν να σας πω ότι οι Μαορί, μια από τις ομορφότερες ιθαγενείς φυλές της Νέας Ζηλανδίας, απαγορεύουν στους στην μορφή δυσειδείς, δηλαδή γριές, καμπούρες και αλλήθωρες, να γευματίζουν μπροστά τους. Είναι σωστό. Σωστό. Ό,τι λέω είναι … Δηλαδή … Αυτοί οι Μαορί, που λέτε, λέτε να ’χουν διαβάσει τον Χάμσουν;
Και δεν θα σκέπαζε ποτέ γυμνές τις θυγατέρες του ο Λωτ. Όμως αυτές εκάλυψαν, κατά την Βίβλο, τον ολόγυμνον αποκοιμηθέντα πατέρα τους. Όχι βέβαια για το ασκανδάλιστόν τους. Τι λόγος! Αλλά από απέχθειαν στην προβολή της ασκήμιας. Ο πατήρ, ο Λωτ, αποκοιμήθηκε γυμνός, οι δε θυγατέρες του επήγαν και πήραν ένα σκουτί και τον σκεπάσανε, όχι βέβαια για μην σκανδαλιστούν αλλά από την προβολή … – ένας γέρος τώρα … γυμνός τι πατέρας θα ’ταν … Ενώ αυτό δεν θα το ’κανε ο Λωτ, λόγου χάριν˙ το κάλλος είναι ιερό, είναι ηθικό, δεν είναι ανήθικο, δεν έχει μάτια τέτοια, όπως είπε ο παπα – Λεγκομάρι, αν έχετε διαβάσει το Οι θεοί διψούν του Ανατόλ Φρανς: η Αθηναΐδα, ένα κορίτσι παρδαλό, βρέθηκε μ’ έναν παπα, μ’ έναν καλογερόπαπα στην επανάσταση. Καταδιωκόμενος κι αυτός κι αυτή, και χρειάστηκε να γδυθεί τη νύχτα μέσα στην σοφίτα το κορίτσι, να κοιμηθεί, και ντρεπότανε. Και λέει ο παπάς, «Γδύσου, παιδί μου, δεν έχω μάτια, δεν έχω μάτια», δηλαδή τέτοια μάτια. Δεν υπάρχει λόγος να ντρέπεσαι.
Το γυμνό ταυτίζεται με το αισχρό και το άσεμνο όχι γιατί είναι γυμνό αλλά γιατί οι αναμεταξύ μας σχέσεις δεν είναι ομαλές. Το γιατί, δεν είναι διόλου αυτουνών ο θυμός. Συγχύζοντας το γυμνό με το άσεμνο, αυτοί εξανίστανται: να ’ναι το κάλλος γυμνό! Αλλά το κάλλος δεν εννοείται κρυμμένο. Ποιος έθεσε τα άγια τοις κυσί ή τον λύχνον υπό το μόδιον; Το ποιητικόν επιφώνημα της δικής μας Σαπφούς «Δέδυκεν α σελλάνα, μέσαι δε νύκτες […] έγω δε μόνα καθεύδω» τι άλλο εκφράζει παρά το λογικώς απαράδεκτον της αφανείας των νιάτων, το αντιφατικό και οξύμωρο της υπό το μόδιον λυχνίας; Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι το είχαν θεοποιήσει αυτό. Το άστυ των Αθηνών, το κατείδωλον, έμοιαζε με μέγα δάσος γυμνών. Οι Νύμφες, οι Αφροδίτες, οι Χάριτες, ύψωναν την έκπλαγλόν τους γυμνότητα αναμέσω ασκανδαλίστων πληθών. Οι δε Αθηναίοι, ακόμη και παρουσών των συζύγων τους, ορκίζονταν στις γυμνές χάριτές τους. Δεν θα ’ταν κωμικό να ορκίζονταν σ’ αυτές ως ντυμένες; Τι ανούσιο θα ’ταν! Ντυμένες …
Και μόνον με το λυκόφως του νου τις έντυσαν οι Ρωμαίοι αργότερα, όχι γιατί το γυμνό ήταν τώρα ανήθικο, αλλά γιατί τώρα δεν ήσαν οι ίδιοι ηθικοί. Τους πρωτόπλαστους ο Ιεχωβά τους είχε πλάσει, λέει, γυμνούς. Χρειάστηκε ν’ αμαρτήσουν για να, την γυμνότητά τους, ντραπούν. Μη πλέον ωραίοι ούτε ενάρετοι, χρειάστηκαν εκείνο το φύλλο συκής, το γυρίσαν τώρα και άσεμνο. Κάτι τέτοιο έχει συμβεί και με μας. Ημαρτημένοι στην ερωτική φυσιολογία μας, σκανδαλισμένοι και σεξουαλικά απωθημένοι, εξώβλητοι δηλαδή του Παραδείσου, ντρεπόμαστε το γυμνό και από το φόβο μας να μη μας βάλει φωτιά.
Είναι αυτό ένα μαρτύριο αμαρτύρητο μ’ όλους εμάς μάρτυρες του, καμιά φορά και αγίους. Προσθέσατε τώρα σ’ αυτά και τα μένεα των γεροντοκορών και των άθυμων με τους εξορκισμούς των του απήγανου, και έχετε όλο το αντιγυμνικόν υλικό της δαιμονολογίας του είδους. Δεν έβαλεν όμως διόλου φωτιά στους δικαστές της η Φρύνη: αποκαλύψαντάς τους την εκθαμβωτική τελειότητα του γυμνού σώματός της, τους έδωσε αισθητικά το ομοούσιο της ομορφιάς και του δικαίου και συνεπώς του ηθικού, και αυτή η μεγάλη εταίρα, να πούμε, τους έδειξε το ποινικόν της μητρώο, ασπίλου λευκότητος.
Διότι η ομορφιά, λέει μια αραβική παροιμία, είναι σαν μια ανοικτή συστατική επιστολή του Θεού προς όλον τον κόσμο. Και μια ινδική, σαν ο ορισμός της ευθείας, δηλαδή η συντομότερη οδός μεταξύ των καρδιών. Η δε των παραμυθιών μας Πεντάμορφη, συνισταμένη υγείας, φόρμας και ήθους, τι άλλο είναι παρά το ευκλείδια γεωμετρημένον του άρτου με τα μαθηματικά αναγωγημένον του ωραίου;
«Όμορφη ’σαι και καλή ’σαι», λέει η λαϊκή παροιμία. Πάλι το ομοούσιον του καλού με το κάλλος, του δε πεντάκις καλού με το πεντάκις του κάλλους. Πεντάμορφη. «Όμορφη ’σαι και καλή ’σαι». Πεντάκαλλη, πεντάμορφη. Πέντε φορές καλή, πέντε φορές ωραία. Διότι κρίμα, απ’ τον φωτοβολώνα αυτόν δεν άναψαν ουδέ κεράκι οι σοφοί μας.
Διότι «Ει ο οφθαλμός σου σκανδαλίζει σε, έκβαλε αυτόν». Απόστολος Παύλος, (μου φαίνεται, αν δεν κάνω λάθος). «Έκβαλε»! Ενώ η λαϊκή μούσα μάς λέει: «Να ’χα όχι δυο μα χίλια δυό, να σε θωρώ, τα μάτια».              
«Έκβαλε», ενώ υπάρχουν ψυχαί της ομοταξίας των Μπούρμπουλων, εκ γενετής των τυφλές, που μολαταύτα για μια φορά αποκτούν κι αυτές μάτια: στις μόνον λίγες στιγμές των ερώτων τους. Γιατί τα αποκτούν; Να δουν το κάλλος. Διότι, τι είναι η ομορφιά; Η ερώτηση του τυφλού. Ο Αριστοτέλης το είπε. Να εννοούσε, τάχα, την προβολή των δικών μας αισθήσεων; Ο Τειρεσίας τυφλώθηκε, λέει, ιδώντας γυμνή την Παλλάδα. Τόσον η θεά της εν σοφία αρετής ήταν και ακτινοβόλος στο κάλλος. Η αλληγορία είν’ εξαίσια. Έπρεπε να τη δει και γυμνή, για να φτάσει από το υπερφυές του ποιού έως εις το εκτυφλωτικόν του τέλειου. Διότι που αλλού μπορεί να αναπαύεται ακάλυπτη παρά μόνον στην ομορφιά η αρετή; Μόνον η κακία είναι άσεμνη. Μόνον η κακία που είναι άσεμνη σκεπάζεται, να μην τη δει κανένα μάτι.
«Εχθαρή σου το ιμάτιον, ει το κάλλος εάλαι σε», είπεν ο Μέγας Αλέξανδρος στον ωραίον Ισασπίδη. Ίσον: Θα μισήσεις τα ρούχα σου αν το κάλλος σε αφήσει.
«Περίεργον πράγμα στους άνδρες», αγανακτεί ο Σοπενάουερ, «να εκλαμβάνουν ως αγνότητα την γυναικεία ομορφιά». (Αυτός ήταν μισογύνης, έ;). «Ωραίον πράγμα με τους ανθρώπους», ως έλεγε, «να μην εννοούν χωρίς ομορφιά την αγνότητα». «Η καλλονή», λέει ο […], «είναι θεότης γυμνή». «Η θερμότης δεν χωρίζεται από το πυρ, ούτε από τη γυμνότητα το κάλλος» (ο Ντάντε). «Η ομορφιά», κατά τον Ουάιλντ, «είναι μια μορφή της μεγαλοφυίας, είναι από τα μεγάλα γεγονότα του κόσμου». «Ακτίνα αιωνιότητος» το ’πε το κάλλος το γυμνό κάποιος άλλος. Ακόμα και ο μισογύνης ο Νίτσε: «Η ομορφιά», λέει, «είναι η σκοτεινή απόφασις του ενστίκτου».  Του ενστίκτου; Μπορεί. Σκοτεινή όμως όχι. Είναι η πάμφωτη ανατολή της ψυχής, το γυμνόν άνθος της ύλης. Η Μεεχλίνη  Μαγδεμβούργου (13ος αιών), αυτή το ’πε μ’ άλλα λόγια: Ο κύριος λέει στην ψυχή, «Κυρά – ψυχή, μείνε». «Τι να κάμω, κύριε;». «Να γδυθείς». «Κύριε, ντρέπομαι». «Κυρά – ψυχή, τόσον είμαστε ένα και το αυτό δια το πολύ της αγνότητος, που το κάλλος μου ζήτησε να είναι επίσης αγνό». «Κύριε, ιδού εγώ γυμνή ψυχή».
Το κάλλος. Μα που αλλού μπορεί να αναπαύεται αιχμάλωτο το ήθος; Ότι αυτό δεν είναι πειρασμός αλλά ήθος, έστω ως απόδειξις όχι μόνον η γυμνότητα του αλλά και των ειδώλων του το φύλλο. Όχι κατώτερος σε ομορφιά από την Αφροδίτη της Μήλου είναι ο Ερμής του Πραξιτέλους ή το άγαλμα του Απόλλωνα Τοξότη. Τόσο δε η αρχαία καλλιτεχνία μας το εθεώρει αυτό ως ιερόν κτήμα του ανθρώπου, που συμπλέξαντας σε σώμα ένα το γιο της Αφροδίτης και του Ερμή, μας έδωσε μέσα σ’ ένα αμάγαλμα αρρενικού και θήλεος κάλλους – δεν λέω «αρρενωπού» γιατί «αρρενωπού» είναι κατ’ ευθείαν … είναι συνοδόν …  – τον εκτυφλωτικόν Ερμαφρόδιτον. Οι δε αρχαίοι Αιγύπτιοι τη θεά τους Αστάρτη. Υπεράνω όλων αυτών η Γραφή, ο Ιεχωβά και ο Θεός μας, σαν άκρον άωτον του ηθικού και συνεπώς και του κάλλους, έχυσαν μέσα σ’ ένα ομοούσιον και αχώριστο το ουδέτερο γένος των αγγέλων. Όχι, καθώς οι Αιγύπτιοι και οι Έλληνες, σερνικοθήλυκους, αλλά ούτε θηλυκούς ούτε σερνικούς. Μόνον ωραίους και πάγκαλους. Και αυτό τα είπεν όλα. 

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΣΚΑΡΙΜΠΑ, ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ», ΤΕΥΧΟΣ 17, ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1991

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ
Ο Γιάννης Σκαρίμπας ήταν Έλληνας λογοτέχνης, κριτικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και πεζογράφος. 
Γέννηση: 28 Σεπτεμβρίου 1893, Αγία Ευθυμία Φωκίδας
Απεβίωσε: 21 Ιανουαρίου 1984, Χαλκίδα
Βιβλία: To theio tragi

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου