Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

20 Σεπ 2015

ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΠΑΙΔΕΜΑΤΑ


Πέρασαν επτά ακριβώς χρόνια από το αφιέρωμα της Σύναξης στο μάθημα των Θρησκευτικών˙ ήταν Μάρτιος του 1998. Έχει έκτοτε μεσολαβήσει πληθύς εξελίξεων, παλινδρομήσεων και αναστοχασμών, αλλαγών και βαλτωμάτων σε κάθε επίπεδο (πολιτικό, εκκλησιαστικό κ.λ.π.)
Ο τίτλος του προηγούμενου αφιερώματος εξέφραζε μιαν έγνοια κεντρική: «Μάθημα των Θρησκευτικών: αίτημα παιδείας ή συντεχνίας;» Η έγνοια αυτή μας έκανε να συνεχίσουμε τον προβληματισμό με μεμονωμένα κείμενα στα κατοπινά τεύχη, επιζητώντας έναν διάλογο που (όπως συχνά συμβαίνει περί τα ουσιώδη) δεν κάρπιζε πάντα...

Το τωρινό μας αφιέρωμα προσυπογράφει την έγνοια και αναδιατυπώνει το ερώτημα μέσα στα σημερινά δεδομένα για να αναθερμάνει το διάλογο. Μακράν του να επιθυμεί να εκπέμψει μιαν αίσθηση απαισιοδοξίας, ο τίτλος του υπαινίσσεται ότι η παιδεία στον τόπο μας παραμένει υπόθεση οδυνηρή και ότι το μόνο που δεν χρειάζεται είναι υπηρέτες ανάλγητους. Η λέξη «παιδέματα» ζητεί να υποστούμε την οδύνη μιας αμφιθυμίας όμοιας μ’ αυτήν που φέρνει το άκουσμα της παροιμιώδους φράσης «αμαρτία γονέων παιδεύουσι τέκνα: Το “ παιδεύουσι” σημαίνει, άραγε, “παιδαγωγούν” ή μήπως “τυραννούν”; ή μήπως και τα δύο;
Στις σχετικές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις νευραλγική θέση κατέχει το ερώτημα περί της ταυτότητας του Θρησκευτικού μαθήματος˙  αν δηλαδή (οφείλει να) είναι κατηχητικό, πολιτιστικό, θρησκειολογικό κ.ο.κ. Η αναζήτηση απάντησης έχει σημασία, όχι για να μπορέσει τάχα ένας επαγγελματικός κλάδος να κρατήσει άθικτο (ας μας επιτραπεί η έκφραση) το μαγαζάκι του, αλλά προεχόντως διότι το ερώτημα αυτό σύρει μαζί του στην επιφάνεια άλλα, θεόρατης σημασίας, ερωτήματα, όπως:
α. Πως κατανοεί η ίδια η Εκκλησία τη σχέση της με την κοινωνία. Απαντήσεις που ανενδοίαστα θεωρούν τον ελληνικό λαό συλλήβδην ως εκκλησίασμα, αδυνατούν να διακρίνουν την προϊούσα αποθρησκειοποίηση ή να υποψιαστούν το είδος της μετανεωτερικής θρησκευτικότητας. Κι αν τυχόν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε καλοκάγαθη μυωπικότητα, ας πούμε ότι, παρ’ όλη την αδυναμία της, είναι συγγνωστή. Αν όμως οφείλεται στο θόλωμα που φέρνει στα μάτια η δίψα για κυριάρχηση;
β. Πως κατανοεί η ελληνική κοινωνία την παιδεία και την αποστολή του σχολείου. Η ερώτηση που απαιτεί απάντηση (και δεν μπορεί, λ.χ., να προσπερνιέται αδιάκοπα από γονείς που δηλώνουν υπερηφάνως ελληνορθόδοξοι αλλά ασμένως προσυπογράφουν την υποβάθμιση του θρησκευτικού μαθήματος προς ελάφρυνση του προγράμματος σπουδών των τέκνων τους) είναι αν θα πρυτανεύσουν τα διαφωτιστικά αξιώματα που σπρώχνουν τη θρησκευτικότητα στην ιδιωτική σφαίρα και άρα έξω από το δημόσιο σχολείο, ή αν θα αναγνωριστεί η θρησκεία ως ουσιαστική παράμετρος της ανθρώπινης ταυτότητας και δημιουργικότητας, οπότε η θρησκευτική διδαχή είναι όχι παραχώρηση, αλλά υποχρέωση του σχολείου.
Οι διάφορες προτάσεις που έχουν διατυπωθεί από θεολόγους περί την ταυτότητα και την φυσιογνωμία του θρησκευτικού μαθήματος φαίνεται – παρ’ όλες τις μεταξύ τους αποκλίσεις – να επιθυμούν αφ’ ενός μεν να μην απεμποληθεί η ουσία της ορθόδοξης πίστης και αφ’ ετέρου να μην τεθεί η θρησκευτική εκπαίδευση εκποδών. Ωστόσο, αντί να υπάρξει αληθινή συζήτηση που θα βοηθήσει να φανούν οι αρετές, οι αντιφάσεις και οι αντοχές κάθε πρότασης προς όφελος ενός σχεδιασμού με ορίζοντα τουλάχιστον εικοσαετίας, γινόμαστε συχνά μάρτυρες ενός πολέμου χαρακωμάτων, όπου διαπιστώνεται ότι (όπως συμβαίνει σε πλείστα ζητήματα) άλλοι ξέρουν τι λέει η απέναντι πλευρά, άλλοι νομίζουν ότι ξέρουν, κι άλλοι ξέρουν ό,τι τους επιτρέπει η νοσταλγία τους για «εθνοσωτήριες κυβερνήσεις».
Η συζήτηση χρειάζεται, για παράδειγμα, να καταστήσει σαφές ότι βεβαίως και είναι θεμιτό να υποστηριχτεί ο κατηχητικός χαρακτήρας του μαθήματος, αλλά σ’ αυτή τη περίπτωση δεν μπορεί να αποσιωπάται ότι το επόμενο βήμα και λογική συνέπεια είναι η μετατροπή του μαθήματος σε επιλεγόμενο. Από την άλλη, η προαιρετικότητα όντως συνάδει με την ελευθερία που ενυπάρχει στη χριστιανική πίστη. Αλλά έχει αυτό τον μυσταγωγικό ρόλο το σχολείο; Αντίστοιχα, αν το θρησκευτικό μάθημα είναι πολιτιστικό, τότε φαίνεται να έρχεται σε ισορροπία η μονοπολιτισμικότητα και η πολυπολιτισμικότητα: η γνωριμία όλων ανεξαιρέτως των μαθητών (οιασδήποτε πολιτισμικής θρησκευτικής ή ιδεολογικής ταυτότητας) με τα πολιτισμικά αποτυπώματα της εκκλησιαστικής πίστης αυτού του τόπου είναι αυτονόητο χρέος του σχολείου. Ποιος όμως και με ποια κριτήρια θα προσδιορίζει στο απώτερο μέλλον ποια μνημεία πολιτισμού θα αποτελέσουν την ύλη του μαθήματος; Π.χ. διάφορα μοιρολόγια είναι μεν στοιχεία του καθ’ ημάς πολιτισμού, δεν παραπέμπουν όμως στην Ανάσταση, όπως, παρόμοια, άλλη θρησκευτικότητα κι όχι την εκκλησιαστική οπτική αφορούν μαγικές κατανοήσεις που υπάρχουν στον λαϊκό πολιτισμό.
Είναι τόσο πολλοί οι τύποι των ήλων, ώστε νιώθει κανείς ότι θα χρειάζονταν εκατόγχειρες για να ανταποκριθούν στο βιβλικό κέλευσμα. Γι’ αυτό κάθε τόσο σπεύδουμε να επισημαίνουμε τα ελλείμματα στις ψηλαφήσεις που επιχειρούμε και να ευχόμαστε να τα αναπληρώσουμε κάποτε. Δεν πρέπει άραγε να δούμε κάποια στιγμή συνολικά την προοπτική των θεολογικών σπουδών στον τόπο μας, σε κάθε επίπεδο, από τις θεολογικές σχολές μέχρι την εκκλησιαστική εκπαίδευση, ακόμη και την κατήχηση; Δεν είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ερώτηση σε ποιες πλάτες παράγεται σήμερα θεολογία και σε ποια χέρια ξεψυχά;

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΣΥΝΑΞΗ», ΤΕΥΧΟΣ 93

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου